[Το περίγραμμα των χρωμάτων…]

Το περίγραμμα των χρωμάτων
όλο αλλάζει,
μικρή κομμένη μαργαρίτα
κερνάει ήλιους
στα φαντάσματα,
γυρεύω το χέρι της σελήνης,
λεπτά, μακριά δάχτυλα
και μια χλωμάδα
που κουρνιάζει στο στήθος μου,
ψιθυρίζει τη συμπύκνωση
που τεντώνει τη νύχτα,
αγγίζουμε μαζί τα σκοτεινά της μάγουλα,
ξεχύνονται μικροί λοφίσκοι
μαρμελάδας φράουλα,
σιγή που κατεβάζει τον χρόνο
σε δέντρα λεμονιές
κι ένας κότσυφας με άστρα στα μάτια
τσιμπολογάει στις γούρνες
ό,τι ατόφιο μας βλάστησε.

[Μικρές μικρές άγκυρες…]

Μικρές μικρές άγκυρες
καρφωμένες μες στο στόμα.
Ασημίζουν από πάνω τα πουλιά.
Κυλάει νερό,
η ορμή του αλλάζει
το σώμα
τη φωνή
τη βροχή.
Αφρισμένα κομμάτια,
αστέναχτοι κύκλοι,
και ιερές αμυγδαλιές,
ανοίγουν και κλείνουν
κι ονειρομαχούν με τη γυμνότητά τους
σ’ άγνωστες χώρες.

[Ξανασαίνει ό,τι είναι κουρασμένο…]

Ξανασαίνει ό,τι είναι κουρασμένο,
πιανόμαστε μ’ ασφάλεια
στις μπουκιές της νύχτας
που εκθειάζει τα χέρια μας,
και σκάβουμε,
σκάβουμε,
ν΄ανοίξουμε διαφυγές
σ΄ απείθαρχους φόβους
κι ανίδεες ανάγκες.
Μιλώ με το χάρισμα γενναίας πατρίδας,
ακούς με τη γλώσσα στις πληγές μου.
Ξεχύνονται, ήλιος σε τρυπημένη σάρκα,
θαλασσόφτερα αρραγή πουλιά.