Το περίγραμμα των χρωμάτων
όλο αλλάζει,
μικρή κομμένη μαργαρίτα
κερνάει ήλιους
στα φαντάσματα,
γυρεύω το χέρι της σελήνης,
λεπτά, μακριά δάχτυλα
και μια χλωμάδα
που κουρνιάζει στο στήθος μου,
ψιθυρίζει τη συμπύκνωση
που τεντώνει τη νύχτα,
αγγίζουμε μαζί τα σκοτεινά της μάγουλα,
ξεχύνονται μικροί λοφίσκοι
μαρμελάδας φράουλα,
σιγή που κατεβάζει τον χρόνο
σε δέντρα λεμονιές
κι ένας κότσυφας με άστρα στα μάτια
τσιμπολογάει στις γούρνες
ό,τι ατόφιο μας βλάστησε.




