
Κοίταξε λίγο,
ποιός να μαντέψει
πού σπάει ο ήλιος
μέσα στα μάτια των παιδιών.
Κυλάει στις άκρες, στάζει στους βράχους,
χοροπηδούν μικρά μαργαριτάρια,
θαλασσινές χειρονομίες
που όλοι ξεχάσαμε να κάνουμε.
Κι άλλα σημάδια, κι άλλα περάσματα,
το πρόσωπό μας εκμαγείο,
μπαίνει σε έκσταση του μενεξεδιού
τη μελωμένη ώρα,
τί ερμηνεύεις πίσω απ’ τα τείχη,
λιώνουν φεγγάρια μέσα στη θάλασσα,
λογισμοί και πεύκινοι ήχοι
βυθίζονται ελάσματα στη σάρκα μας,
λίγα γέλια γύρευα,
να φτεροκοπήσει στο άθροισμά τους
η καρδιά μου,
μικρά κοχύλια βγάζουνε μιλιά μέσα στην άμμο,
τα κλείνουν στα χεράκια τους οι παιδικές ανάσες
κι ενώνονται στα γκρεμίσματα
με πύργους στις ακτές.
Φλεγόμενα όλα, σαν τ’ αγγίζουμε
με φως και βυσσινόκαρπους
τα θρέφουμε ξανά στο βλέμμα.

