[Κοίταξε λίγο…]

Κοίταξε λίγο,
ποιός να μαντέψει
πού σπάει ο ήλιος
μέσα στα μάτια των παιδιών.
Κυλάει στις άκρες, στάζει στους βράχους,
χοροπηδούν μικρά μαργαριτάρια,
θαλασσινές χειρονομίες
που όλοι ξεχάσαμε να κάνουμε.
Κι άλλα σημάδια, κι άλλα περάσματα,
το πρόσωπό μας εκμαγείο,
μπαίνει σε έκσταση του μενεξεδιού
τη μελωμένη ώρα,
τί ερμηνεύεις πίσω απ’ τα τείχη,
λιώνουν φεγγάρια μέσα στη θάλασσα,
λογισμοί και πεύκινοι ήχοι
βυθίζονται ελάσματα στη σάρκα μας,
λίγα γέλια γύρευα,
να φτεροκοπήσει στο άθροισμά τους
η καρδιά μου,
μικρά κοχύλια βγάζουνε μιλιά μέσα στην άμμο,
τα κλείνουν στα χεράκια τους οι παιδικές ανάσες
κι ενώνονται στα γκρεμίσματα 
με πύργους στις ακτές.
Φλεγόμενα όλα, σαν τ’ αγγίζουμε
με φως και βυσσινόκαρπους
τα θρέφουμε ξανά στο βλέμμα.

[Φωνές που καρφώνουν…]

Φωνές που καρφώνουν
ως την αυγινή δροσιά,
η παρουσία
η απουσία τους,
γεμίζει η νύχτα το στόμα της
με μελωδίες γρατσουνιές
και μαυρόπετρες μικρές του φεγγαριού,
στο σχήμα τους κλειδώνονται τα βάθη.
Μας συνεπαίρνει ο άνεμος,
όταν γελάει στη θάλασσα
και στα δέντρα παιχνιδίζει.
Πέρασαν τους φράχτες μου
σμήνη αψεγάδιαστων πουλιών,
το κρώξιμό τους έλεγε
πως τραγουδώ ακόμη,
μα είν’ τα στήθη μου στη σκιά,
χύνουν με τα σημάδια τους
μαβιές και κόκκινες χορδές,
του αλατιού αγγίγματα
και των σιωπών τους ήχους,
μιλήματα που κύλησαν
στη γη μέσα βαθιά
κι άνθισαν πάνω τους ολόφωτοι
των αστεριών οι σπόροι.

[Οι νύχτες περίπατοι…]

Οι νύχτες περίπατοι
γυρίζουν γύρω απ’ το φεγγάρι
και τις σκιές των σπιτικών.
Ψηλά, τα μέλη των σωμάτων
παίρνουν σχήμα αλαβάστρινο
στων λόφων τις κορφές.
Συνταχτήκαμε με το φως.
Τα χείλη βρέξαμε με το νερό,
νερό που ανέβαζε απ’ το φιλιατρό
μια ζεστή παλάμη.
Ποιό θάνατο νικήσαμε,
τα σπλάχνα του ταΐζουμε
με κρότους, πικραμυγδαλιές και γέλια,
με μια θλίψη βασίλισσα
και μια ασύμφωνη κατάπαυση πυρός
μ’ ένα γεμάτο στόμα.