[Οι σκιές των δέντρων…]

Οι σκιές των δέντρων
ολόμαυρες γλώσσες φωτιάς,
κατεβαίνει θυμωμένος ο ουρανός
με σύννεφα θεόρατα, βαριά,
ποιός τον πιστεύει,
ποιός ακόμη στα μάτια του ριγά,
ας ψιθυρίσουμε βροχή,
απλή κρυστάλλινη βροχή
πάνω στα βλέφαρά μας,
να γεμίσουν τα μάτια μας
των αστραπών τη λάμψη,
ανοιγοκλείνει η ανάσα μου
λουλούδι ανθισμένο
κι από το στόμα το κλειστό
πίνω αστέρια που μπερδεύτηκαν
με της νυχτιάς τα φώτα.

[Πέρα από τη σκοτεινή στεριά…]

Πέρα από τη σκοτεινή στεριά
κόβουν τον ουρανό σε κύματα
εκείνα τα ήρεμα μάτια,
που αγγίζουν ορθάνοιχτα
τους χτύπους του χρόνου
και κυβερνούν το φως
που μας φοβίζει.
Στέκει απέναντι
στην ομορφιά των λουλουδιών
ο ραγισμένος γαλαξίας
και το αλάτι του κυλά με υδάτινη ορμή
και θαμπώνει τη σελήνη.

[Γελάς…]

Γελάς,
το φως του ήλιου
βγάζει νόημα.
Μα σκαρφαλώνω
όλο και πιο πάνω,
να γεμίσω τα μάτια
της θάλασσας
με συλλαβές από χιόνι και όνειρα
και μια μαρτυρία τρυφερότητας
που να μπορεί να κρατά
ανέπαφα τα βάθη.

[Η νύχτα καταπίνει ζουμερές φράουλες…]

Η νύχτα καταπίνει
ζουμερές φράουλες,
ξεγλιστρά απ’ τα σύννεφα
ένα αμυγδαλωτό φεγγάρι,
σκαρφαλώνει στους φράχτες της σκέψης
με νεανική ταχύτητα,
θα χαράξει,
θα ταξιδεύουν και πάλι τα μάτια μας πουλιά
κι ανάμεσα απ’ τις σχισμές
θα χύνονται ίχνη του χρόνου που αγκαλιάζω,
μικροί βηματισμοί φωτός
θα διαστέλλουν το σώμα μου,
στων ανέμων τον εξευμενισμό
θ’ ανθίζει χρώμα παπαρούνας,
ο ορίζοντας θα έχει υπολείμματα από χίμαιρες
και θα βυθίζονται στη θάλασσα
οι χώρες των χεριών,
θα χαράξει,
κι από λόγο δαγκωμένο
πάνω σε λαμπερούς αστερισμούς,
το στόμα μου θα ακουμπήσει
σε ποίημα.

[Στη νύχτα μέσα…]

Στη νύχτα μέσα
φυλάξου καλά,
αστέρια μικρά
ευωδιάζουν τριγύρω
κι οι κήποι κοιμισμένοι
στο χρώμα το ζεστό
στολίζουν τον κόσμο
με τα χρυσά τους μαλλιά.
Σιωπηλοί
μπαίνουμε
με τα μεγάλα μας μάτια
σε ουρανό που καλπάζει.