[Απλώνω, απόψε, τα χέρια…]

Απλώνω, απόψε, τα χέρια,
κοριτσάκι, για να σε κρύψω
σε σμαραγδένια αγκαλιά.
Δεν έπρεπε την απογοήτευση
να τη γνωρίσεις τόσο.
Ο κόσμος στενεύει
με κάθε δάκρυ σου,
ακούμπα το γόνατο της γης
να νιώσει την καρδιά σου.
Όλοι οι κήποι και τα χρώματα
χαϊδεύουν τις δυνάμεις σου,
να γελάς και να ονειρεύεσαι,
κοριτσάκι,
για να μαζεύει η νύχτα
κουράγιο απ’ την ανάσα σου.
Μ’ ένα σπαγκάκι
πέταγε χαρταετό,
σε κάθε λίκνισμα, το ξέρεις,
πως παίζεις με τ’ αστέρια.

[Εδώ, ο ουρανός…]

Εδώ, ο ουρανός
είναι μαύρο τριαντάφυλλο,
δεν ξέρουν όλοι ν’ αγγίζουν
τις φλέβες του.
Απ’ την κρουστή χαρτογράφηση
πίνω και πίνω γύρω απ’ τ’ άστρα
την ασπρόμαυρη ζάχαρη.
Μυρίζει η μυστική σύναξη
των πορτοκαλανθών με το φεγγάρι.
Εδώ, ανοίγω το στόμα
και ξεβαλσαμώνονται
οι αχτίδες απ’ το βλέμμα μου.
Σκίζουν το στέρνο των τόπων,
χύνονται λαίμαργα στο χώμα.
Τρομάζω μέχρι το ξημέρωμα,
έτσι φεγγερά
θα ξεχειλίσω πάλι στο σκοτάδι;

[Είναι τα μονοπάτια λευκά γαλακτερά]

Είναι τα μονοπάτια
λευκά γαλακτερά.
Σφυρηλατούνται ανάμεσά τους
τα διάφανα βουνά,
αναδεύει ο σφυγμός τους
των δέντρων τους αστραγάλους,
ως ν’ ανεμίζουν ξέπνοοι
οι ίσκιοι της σελήνης.
Σιγοψιθυρίζονται στα βλέφαρα
τα χρώματα που καίνε.
Να τεμαχίσουμε το πρόσωπο,
να πηγαινοέρχεται σε χώμα και φωτιά
το κάθε ζύγιασμα
κι η μήτρα της θάλασσας
πρωτόπλαστη να στέκει.

[Μια σιωπή που την τρώνε τα ψάρια…]

Μια σιωπή που την τρώνε τα ψάρια.
Φουσκώνει το δέρμα τους
κι αρχίζουν και περπατούν
οριζόντια και κάθετα
στους τοίχους της νύχτας.
Ανατριχιάζει εκείνη
και στα αλλόκοτα γόνατά της
αφήνει κλαδιά από θυμάρια
και γαρύφαλλα που μυρίζουν γλυκά
να χορεύουν
ενώ πέφτουν τριφτά σε παμπάλαιους κήπους,
σε στροφές και σε λόφους.
Κάποιος ήπιε το φεγγάρι
και μ’ ένα ανέμισμα
ζωγράφισε αφρώδη άστρα.
Στα χέρια τ’ ουρανού
κουλουριάστηκε μια κεντημένη λύπη
και μια βροχή πήρε να σπάει
τους καθρέφτες των ήσυχων λιμνών.
Κάθε σταγόνα της
εμπεριέχει έναν κόσμο
με σκισμένο περίγραμμα,
ξανοίγονται ζωντανές
οι μικρές τους αναθυμιάσεις.

Μύρισε άνοιξη

Είναι πράσινο και κίτρινο το λιβάδι,
προμηνύει τη γύμνια των ποδιών.
Ανήκω σ’ ένα βάθος
που όταν ανοιγοκλείνει τα χείλη του
λερώνει με ονειρώδη συννεφιά
και ασημόσκονη
τους μίσχους του σκοταδιού.
Κάθε αγνότητα
του χώρου
που δοκιμάζεις δεν δοκιμάζεις
να με βρεις,
ψιθυρίζει στις άκρες των ματιών μας
καραμέλες και σκέψεις περίεργες
που γλείφουν τα παιδιά.
Απρίλης.
Χαζεύω πασχαλίτσες.
Την ευγένεια των λουλουδιών
ερωτεύομαι.