
Ένα φεγγάρι μισάνοιχτη τουλίπα
εκφυλίζει τις κορυφές της πόλης.
Ο χάρτης αλλάζει στο χέρι μου,
μικρά αγρίμια με μάτια ζωντανά
χύνουν φως μέσα στους τόπους.
Σε κουβαλούσα και μύριζες θάλασσα
και σ’ ανακάτευα με μύρια σχήματα.
Κάπου γύρευα το σιωπηλό μήνυμά σου
κι ερχόταν καπνός και προσευχές
και η αλήθεια με τη μεγάλη δύναμη
από τα μυθικά βουνά.
Τα δέντρα γέμισαν ψιθύρους.
Πέρα ο ορίζοντας διψάει
να γίνει σπάταλος.
Ξεχνούν οι άνθρωποι
τη διαύγεια και τη ματιά του ήλιου
και μιλούν με σπασμένες φωνές.
Σύννεφα από μπαμπάκι πλεονάζουν,
μυρίζουν στους λαιμούς των κήπων
τα τριαντάφυλλα.
Σαν έρθει σκοτεινή βροχή
γύρεψε τους ανεμοδείχτες
μέσα στο σκοτάδι,
γνωρίζουν τη θέση τ’ ουρανού
αδιάκοπα.