[Σ’ ένα ποτήρι νερό το σεληνόφως…]

Σ’ ένα ποτήρι νερό
το σεληνόφως,
λησμονημένα βάθη
τραγουδούσαν
την ενοχή των χρωμάτων
και την ύλη
που κουβεντιάζουν οι άνθρωποι
στα όνειρα.
Με κάθε γουλιά
κοβόταν το στόμα της νυχτιάς
στη μέση.
Η όραση ένα πανίσχυρο
ζουμερό φρούτο,
έβγαζε τα σπλάχνα της
σε κάθε αναστάτωση
και γέμιζαν ζουμιά τα μαύρα σκαλοπάτια.
Οι σκιές μετά την παράσταση
ζωντάνευαν σ’ ένα μεγάλο ηλιακό ρολόι.
Αόριστα, μουσκεύαμε κουρασμένοι
κι από τις φλέβες μας
βλάσταιναν λουλούδια
στο χρώμα της βιολέτας,
γυρεύανε τα υψωθούν μέχρι τα άστρα.
Κι όταν το πετυχαίνανε
ξεθύμαινε ο ουρανός
πάνω απ’ τα στήθη μας
σ’ απαλοΰφαντο μωβ.

Leave a comment