[Μια σιωπή που την τρώνε τα ψάρια…]

Μια σιωπή που την τρώνε τα ψάρια.
Φουσκώνει το δέρμα τους
κι αρχίζουν και περπατούν
οριζόντια και κάθετα
στους τοίχους της νύχτας.
Ανατριχιάζει εκείνη
και στα αλλόκοτα γόνατά της
αφήνει κλαδιά από θυμάρια
και γαρύφαλλα που μυρίζουν γλυκά
να χορεύουν
ενώ πέφτουν τριφτά σε παμπάλαιους κήπους,
σε στροφές και σε λόφους.
Κάποιος ήπιε το φεγγάρι
και μ’ ένα ανέμισμα
ζωγράφισε αφρώδη άστρα.
Στα χέρια τ’ ουρανού
κουλουριάστηκε μια κεντημένη λύπη
και μια βροχή πήρε να σπάει
τους καθρέφτες των ήσυχων λιμνών.
Κάθε σταγόνα της
εμπεριέχει έναν κόσμο
με σκισμένο περίγραμμα,
ξανοίγονται ζωντανές
οι μικρές τους αναθυμιάσεις.

Leave a comment