
Ανοιγοκλείνω τα βλέφαρα,
εμπιστεύομαι το μέτωπο σου
πού βγαίνει πάνω απ’ το σκοτάδι,
μπαίνεις σαν ήλιος
μέσα απ’ τις κόγχες μου,
ο χρόνος ξαπλώνει
και μετά είναι πιωμένος,
γελάς,
γελώ κρυστάλλινη,
σε διάπλατη θύρα
παίρνω βρόχινες μορφές,
απομακρύνεται ο κόσμος
και ταξιδεύεις ξανά προς τα εκεί
που γεννιούνται τα πουλιά,
βασιλεύεις φρέσκος, μακριά μου,
μέχρι να σε ξαναβρώ λαμπρό κι ανάγλυφο,
αφουγκράζομαι τα δέντρα, χωμένα στη γη
οργώνουν τις σιωπές της,
γράφουν με τη σάρκα τους στιχομυθίες
επίχρυσες,
ζωηρεύω στα ρόδα
και ξοδιάζω τις ανάσες μου
κοιτώντας τη νύχτα κατάματα.



