[Ανοιγοκλείνω τα βλέφαρα…]

Ανοιγοκλείνω τα βλέφαρα,
εμπιστεύομαι το μέτωπο σου
πού βγαίνει πάνω απ’ το σκοτάδι,
μπαίνεις σαν ήλιος
μέσα απ’ τις κόγχες μου,
ο χρόνος ξαπλώνει
και μετά είναι πιωμένος,
γελάς,
γελώ κρυστάλλινη,
σε διάπλατη θύρα
παίρνω βρόχινες μορφές,
απομακρύνεται ο κόσμος
και ταξιδεύεις ξανά προς τα εκεί 
που γεννιούνται τα πουλιά,
βασιλεύεις φρέσκος, μακριά μου,
μέχρι να σε ξαναβρώ λαμπρό κι ανάγλυφο,
αφουγκράζομαι τα δέντρα, χωμένα στη γη
οργώνουν τις σιωπές της,
γράφουν με τη σάρκα τους στιχομυθίες
επίχρυσες,
ζωηρεύω στα ρόδα
και ξοδιάζω τις ανάσες μου
κοιτώντας τη νύχτα κατάματα.

[Ανάμεσα από απλωμένους κήπους]

Ανάμεσα από απλωμένους κήπους
μια γαλήνη αυστηρή
μετράει τις αντοχές μας.
Σμίγουμε από τα βάθη,
οι πληγές χαλκεύουν άστρα
και στροβιλίζονται,
επανατοποθετούνται
σαν αφήγηση μεταξωτού χιονιού.
Απ’ το νερό το κάθε σχήμα
με ουρανό ονειροπόλων μοιάζει.

[Ανήμερη μικρή λεπτομέρεια…]

Ανήμερη μικρή λεπτομέρεια,
παίρνει το σχήμα
ανάσας
ξεσκίζει εικόνες
και μετά γυμνή
περιφέρεται πάνω από απόκρημνη νύχτα
χωρίς τελειωμό,
βυθίζει τα δάχτυλά της στα μάτια μου,
τα παίρνει μαζί της στο κέντρο χρυσαφιάς γης,
μένουν εκεί,
μια όραση που αφομοιώνει ταπεινά.
Αστρινή μικρή λεπτομέρεια.
Εξουθενώνει με το θράσος της
τον απολιθωμένο κόσμο.
Το χέρι μου ψηλαφίζει σκοτισμένο τον χρόνο,
αυτός γαργαλιέται και παίρνει σχήμα φωτεινού φεγγαριού,
πάλλεται με χυμώδη ισχύ
κι απ’ το στήθος των αιώνιων σωμάτων
αναδύονται ζωηρά λαμπυρίσματα.

[Ένα φεγγάρι μισάνοιχτη τουλίπα…]

Ένα φεγγάρι μισάνοιχτη τουλίπα
εκφυλίζει τις κορυφές της πόλης.
Ο χάρτης αλλάζει στο χέρι μου,
μικρά αγρίμια με μάτια ζωντανά
χύνουν φως μέσα στους τόπους.
Σε κουβαλούσα και μύριζες θάλασσα
και σ’ ανακάτευα με μύρια σχήματα.
Κάπου γύρευα το σιωπηλό μήνυμά σου
κι ερχόταν καπνός και προσευχές
και η αλήθεια με τη μεγάλη δύναμη
από τα μυθικά βουνά.
Τα δέντρα γέμισαν ψιθύρους.
Πέρα ο ορίζοντας διψάει
να γίνει σπάταλος.
Ξεχνούν οι άνθρωποι
τη διαύγεια και τη ματιά του ήλιου
και μιλούν με σπασμένες φωνές.
Σύννεφα από μπαμπάκι πλεονάζουν,
μυρίζουν στους λαιμούς των κήπων
τα τριαντάφυλλα.
Σαν έρθει σκοτεινή βροχή
γύρεψε τους ανεμοδείχτες
μέσα στο σκοτάδι,
γνωρίζουν τη θέση τ’ ουρανού
αδιάκοπα.

[Σ’ ένα ποτήρι νερό το σεληνόφως…]

Σ’ ένα ποτήρι νερό
το σεληνόφως,
λησμονημένα βάθη
τραγουδούσαν
την ενοχή των χρωμάτων
και την ύλη
που κουβεντιάζουν οι άνθρωποι
στα όνειρα.
Με κάθε γουλιά
κοβόταν το στόμα της νυχτιάς
στη μέση.
Η όραση ένα πανίσχυρο
ζουμερό φρούτο,
έβγαζε τα σπλάχνα της
σε κάθε αναστάτωση
και γέμιζαν ζουμιά τα μαύρα σκαλοπάτια.
Οι σκιές μετά την παράσταση
ζωντάνευαν σ’ ένα μεγάλο ηλιακό ρολόι.
Αόριστα, μουσκεύαμε κουρασμένοι
κι από τις φλέβες μας
βλάσταιναν λουλούδια
στο χρώμα της βιολέτας,
γυρεύανε τα υψωθούν μέχρι τα άστρα.
Κι όταν το πετυχαίνανε
ξεθύμαινε ο ουρανός
πάνω απ’ τα στήθη μας
σ’ απαλοΰφαντο μωβ.