[Θυμάμαι, θυμάμαι αδιάκοπα…]

Θυμάμαι, θυμάμαι αδιάκοπα
κι ας νομίζει πως ξεχνώ.
Μια μέρα, καθώς πήδησε από τ’ άρμα του,
λαμπύριζα σα δελφίνι,
προσπάθησε με παγωμένα μισοφέγγαρα
να οργώσει κάθε ιριδισμό μου,
για να μην τρέφω, είπε, πια ουράνια τόξα.
Κι ίσως αυτό να μην ήταν μια καλοκαιρινή μέρα,
ίσως και να είχα βγει στον παγωμένο το βοριά,
να ετοιμάστηκα με τα κυρτωμένα μου άνθη
να φύγω
πέρα μακριά,
αλλά τα δάκρυά του ζεστά,
μύριζαν στο πρόσωπο του χίλιες καλές προθέσεις.
Δεν πέθανε τελικά ποτέ στα γόνατά μου.
Τα δώρα του,
καμιά φορά, γρυλίζανε σα λύκαινες σε οργασμό,
έβγαιναν απ’ τα στόματα αβύσσου μπαλωμένης.
Και το δέρμα μου, όλο ροζ τριαντάφυλλα,
το τρύπαγε με το αψύ του χέρι
για να μπολιάζει ανάμεσα μικρές δαμασκηνιές,
να δει αν θα φυτρώσουν.
Η λύπη είναι αμίλητη,
μια μεγάλη σκούρα λιμνοθάλασσα
κι απ’ το παράθυρό μου δε φαίνεται τίποτα.
Έτσι, όπως μου μοιάζει φοβερός,
κοιμίζω μέσα μου, κρυφά, πουλιά.
Συχνά ξεφεύγουν τιτιβίσματα
κι αυτός θυμώνει,
νομίζει πως είναι στο λαιμό μου
και γυρεύει να τα πνίξει.
Ακόμα λίγο και θα το ‘χει καταφέρει.
Ίσως, όταν η ύλη χαθεί,
πυκνή σα μούσα κι απάτητη σα χιόνι
ν’ ακουστώ στις νυχτομέρες να μιλάω
και ν’ αναθρώσκουν τα ορφανά τα γέλια κι οι τρυφεράδες.
Προς το παρόν, ψάχνω στο πάτωμα
κομμάτια ουρανού που λείπουν.

*Αφιερωμένο σε όλες εκείνες…