
Μια σκιά εσπέρια τριγυρνά
στου φεγγαριού τα χείλη.
Γύρω της χάσκουν εύτολμα κενά,
γυρεύουν απ’ την άνοιξη
τα ελαττώματά της,
μπας και γραπώσουν την ανάσα τους
και ακουστεί το βάρος τους τ’ αληθινό
επάνω σε μια παλάμη.
Κι όλο γεννιέται η μυρωδιά
που ξεμαθαίνει τα γυαλίσματα,
στην άκρη του λαιμού μου.
Και γω, ζεστή, σε χρώματα φυλαχτά,
χύνομαι στις αισθήσεις,
ο ήλιος και το βροχόνερο
κι άρωμα φρέσκου λεμονιού,
ν’ απλώνονται στις πληγές μου,
σαν άγριο ζώο με χίλια δυο σκιρτήματα,
για να τις γλείφω πάλι.
Η μέσα πλευρά της κάθε γλώσσας μου,
σταγόνες ουρανού και γης
έχει ακροβάτες πάντα.