
Υφαίνεται στα πόδια μου σιωπή,
μικρές σκελετωμένες μέρες.
Δεν μπορώ ν’ αναπαυτώ, σκέφτομαι,
κι ο άνεμος γελάει
με το περίγραμμα του κόσμου.
Απ’ τις ρωγμές της γης
φυτρώνουν λουλούδια με χυμούς,
μα εμείς βαστάμε ακόμη στο στόμα
τρένα πορφυρά σε βυθισμένο χιόνι
και σταλαγματιές του φεγγαριού
που πάγωσε η φωνή του.
Στους πετρόκηπους βλασταίνει μια σήψη
που σκοτεινιάζει τον ήλιο,
πες μου, πώς δε μιλάς,
εδώ συνθλίβουν μισόψυχα παιδιά
για ν΄ αγορεύουν κάργιες.
Κάπως αλλιώς είχε ονειρευτεί
το βλέμμα κι ο ουρανός μας.