[Λέξεις γυμνώνονται…]

Λέξεις γυμνώνονται,
δεν τις κοιτώ στα μάτια,
μεγαλώνουν,
πέφτουν οι άκρες τους σαν αστραπές,
μένουν μισές,
σαλεύουν όμοιες με μάτια τρελών
μετά τα μεσάνυχτα,
πετιούνται σε πιτσιλιές
κι ενώνονται κόκκινες με γαλάζιες,
ανταμώνουν μέσα σε κόσμους
ομορφιάς, αποστασιών και τρικυμίας,
λουλούδια βορινά που ζωγραφίζουν το ψύχος
κι ανάβουν με ταπεινά σχεδιάσματα
τα σημάδια της θαλάσσης.
Σπρωγμένη από την έλξη τους
αγγίζω
κι η ισορροπία ξεχνιέται.
Χύνεται στους απόκρυφους τόπους
του ήλιου το γέλιο.
Το τελευταίο εκατοστό της σιωπής
έχει σπασμένα κρύσταλλα
από την κρούστα του στήθους μας.
Πιο κάτω από κει
που αγκυλώνουν τα χείλη μας
ο άνεμος σφυρίζει
και τρέμει το νερό.
Ο βυθός φέγγει
σε ώρες που ψιθυρίζω
πως δεν υπάρχει πια.

[Περνούν ασημένιες νεφέλες…]

Περνούν ασημένιες νεφέλες,
παραφυλούν
στα βελουδένια μονοπάτια.
Σελήνη θολή,
ωριμάζει ευλαβικά, σαν απουσία.
Είμαι σίγουρη πως τα μάτια μου
βούταγαν σε γαλαζοπηγή.
Κάθε γκρίζο αίμα
κυλούσε μες στο στόμα της
κι όλοι οι βωμοί των αστεριών
λαμποκοπούσαν θάνατο και φλόγες.
Περπατάμε.
Τη σιωπή μας ακούει
ο κήπος της νυχτιάς.
Ολόγυρα ανοιγοκλείνουν πύλες
κι ο κόσμος μυρίζει
θάματα και λήθη.
Έχουν τελειωμό
οι ατραποί των χρυσαυγών;

[Μια σκιά εσπέρια τριγυρνά…]

Μια σκιά εσπέρια τριγυρνά
στου φεγγαριού τα χείλη.
Γύρω της χάσκουν εύτολμα κενά,
γυρεύουν απ’ την άνοιξη
τα ελαττώματά της,
μπας και γραπώσουν την ανάσα τους
και ακουστεί το βάρος τους τ’ αληθινό
επάνω σε μια παλάμη.
Κι όλο γεννιέται η μυρωδιά
που ξεμαθαίνει τα γυαλίσματα,
στην άκρη του λαιμού μου.
Και γω, ζεστή, σε χρώματα φυλαχτά,
χύνομαι στις αισθήσεις,
ο ήλιος και το βροχόνερο
κι άρωμα φρέσκου λεμονιού,
ν’ απλώνονται στις πληγές μου,
σαν άγριο ζώο με χίλια δυο σκιρτήματα,
για να τις γλείφω πάλι.
Η μέσα πλευρά της κάθε γλώσσας μου,
σταγόνες ουρανού και γης
έχει ακροβάτες πάντα.

[Δε βγαίνει εγκώμιο…]

Δε βγαίνει εγκώμιο
από τούτο τον καιρό.
Μην κλείνεις το παράθυρο.
Παροπλίζονται οι φωνές μας,
προχωρούμε μικροσκοπικοί
και νοτισμένοι.
Παραμονεύουν άστρα
στη γύρη των δαχτύλων μας,
σε κάθε μετατόπιση συνδρόμου 
μικρές ανάσες συνταιριάζονται
και κάθε απόηχος
χειραφετεί πυροτεχνήματα.

[Υφαίνεται στα πόδια μου σιωπή…]

Υφαίνεται στα πόδια μου σιωπή,
μικρές σκελετωμένες μέρες.
Δεν μπορώ ν’ αναπαυτώ, σκέφτομαι,
κι ο άνεμος γελάει
με το περίγραμμα του κόσμου.
Απ’ τις ρωγμές της γης
φυτρώνουν λουλούδια με χυμούς,
μα εμείς βαστάμε ακόμη στο στόμα
τρένα πορφυρά σε βυθισμένο χιόνι
και σταλαγματιές του φεγγαριού
που πάγωσε η φωνή του.
Στους πετρόκηπους βλασταίνει μια σήψη
που σκοτεινιάζει τον ήλιο,
πες μου, πώς δε μιλάς,
εδώ συνθλίβουν μισόψυχα παιδιά
για ν΄ αγορεύουν κάργιες.
Κάπως αλλιώς είχε ονειρευτεί
το βλέμμα κι ο ουρανός μας.