Βροχή γεμάτη

Βροχή γεμάτη,
να γεμίσει η κούπα μου
να κάνω σπονδή.
Να γεμίσει το στόμα μου
να βγάλω εβένινα γουργουρίσματα
στην ομίχλη,
ένας μικρός ιππόκαμπος
να πηγαινοέρχεται στη γλώσσα μου
και ν’ αναπηδούν στα χαράγματα
τα γυαλιά των κόσμων.
Βροχή λαίμαργη,
μ’ αγγίζει μυρωδιά πατημένων νεραντζιών,
αν το γέλιο είχε μυρωδιά θα ‘παιρνε τη δική τους.
Τραβά το πόδι του
χοντροκαμωμένος φόβος,
μ’ έχει τρυπήσει και χύνω ξαπλωμένους ήλιους,
γελώ και πλαγιάζω μαζί τους
και συντρίβεται η πλαδαρή του σάρκα
πάνω στη σμαραγδένια μου καμπύλη.
Η γη ακούει το γεύμα των σταγόνων,
ώριμη γη, ρουφάει για να τη φάνε.