[Βρέχει κι η νύχτα όλο κρύσταλλα…]

Βρέχει
κι η νύχτα όλο κρύσταλλα
σπασμένα.
Μια δυο φορές,
μου φάνηκε πως μου μιλούσες,
μα το πρόσωπό σου ηχούσε δίχως μάτια
και γω άφησα να τρέχω σε ψιχάλες.
Μια δυο φορές,
μου φάνηκε πως σου ‘γλειφα τα χέρια,
μισή σκύλος, μισή ερωδιός,
κι η ισορροπία μου
ζήτησε ταπεινά συγγνώμη από τα όνειρα.
Είμαι πιο αληθινή
απ’ τα φτερά μιας πεταλούδας
που στο λαιμό σου ζωντανεύει.
Ανθίζω χειμωνιάτικα σε πέτρινες στιγμές.
Πού να μείνω γυμνή και θάλασσα,
η σιωπή που κέρδισε το χιόνι
έκανε συμπαγή τη λάμψη της,
με τ’ άστρα μισοφωτισμένα.

[Μιλούσα σε μια νύχτα…]

Μιλούσα σε μια νύχτα
πέρα μακριά.
Ο χρόνος γαλάζιος
και το στόμα μου
έπλαθε νησιά.
Ο ουρανός ψιχάλιζε το φως μου
κι αγγίζονταν από σκοτεινές ανάσες
τα νοτισμένα χώματα.
Γκριζωπά αγρίμια
οσφραίνονταν αγγέλους,
μα στα ρινίσματα του φεγγαριού
θεραπευόνταν τ’ άνθη.
Ένας χώρος που οι απώλειες
δεν θα γκρεμίζουν τους φράχτες των ονείρων,
ψιθύρισα
και στη στιγμή το αιώνιο
με άγγιξε με χάδι.

[Κάτι μου τραγουδάει…]

Κάτι μου τραγουδάει.
Στροβιλίζομαι
και καταγράφω μια τροχιά,
βαραίνω σα ‘μύγδαλο
ανάμεσα από χιόνι,
ακουμπώ το έδαφος
με τα ροζ μου μάτια
κι υπάκουη στη μυρωδιά
των πραγμάτων
που κεντούν υποδόρια
τις νυχτιές,
ανοίγω το στόμα μου.
Ανοιχτόκαρδα.
Μικρές ανάσες χελιδόνια
αποδημούν μέσα του,
δυναμώνει η έλευση του χειμώνα.
Τα χέρια μου υγρά ροδοπέταλα.

Μικρό κορίτσι καραμέλα

Έσκισες περιτύλιγμα
και βγήκες απ’ τα όνειρά μου,
οι τόποι σου όλοι ισχυροί,
μ’ ανέμους γαλανόφτερους
και πολικό χρυσάφι.
Κοιτώ τα μάτια σου,
μικρή, γλυκιά μου χαραυγή,
και γύρω από τη σπιρτάδα τους
γυρίζουν οι γαλαξίες.
Είναι τ’ αστράκια μέσα τους
αγνά και γελαστά
κι ο κόσμος, φεγγαρένια μου,
γλυκαίνει στην αφή σου.
Σκύβω, μυρίζω θαλασσόσπορους
και δοκιμάζω μέλι,
φιλώ το μέτωπο του φεγγαριού,
με όλη τη χαρά σου.
Σε κάθε αερόστατο
που φούσκωνες με γέλιο,
έμπαινα μέσα εγώ κρυφά,
να ψηλαφώ αστερισμούς
με δαντελένια ασυμμετρία.
Πώς ήταν η πλάση δίχως σε,
ούτε που το θυμάμαι.
Κοντά σου ανοίγω διάπλατη,
γεμίζω με κοράλλια,
βουλιάζω σ’ αστρολίβαδα
χωμένη στα μαλλιά σου.
Μαργαριτάρια αφήνεις ήχους σου,
καρδιά σαν καραμέλα,
και γύρω από το στόμα σου
τριαντάφυλλα φυτρώνουν,
μικρά ανοιχτόχρωμα ευωδιαστά μπουμπούκια,
τον χρόνο γράφουνε αλλιώς,
γεμίζουν τις νύχτες πλάσματα,
νανουρίσματα και παραμύθια,
μπαλώνουν τα σκισίματα
από το μαύρο φως
και σπέρνουν ως τα πέρατα

[Βγαίνει και χύνεται…]

Βγαίνει και χύνεται,
μικρό κομμάτι που δεν κολλάει
σε παζλ,
είν΄ εικόνα από μόνο του,
μια άπλαστη ανυψωμένη εικόνα.
Ανοίγουν μέσα της κλαριά
από δέντρα ακροβάτες,
που το βλέμμα τους
δεν συμμορφώνεται με τον άνεμο.
Γύρω τριγύρω χορεύει πάντα η φωτιά,
κι ανάμεσά της η βροχή
μας σμίγει με τα ουράνια.