
Βρέχει
κι η νύχτα όλο κρύσταλλα
σπασμένα.
Μια δυο φορές,
μου φάνηκε πως μου μιλούσες,
μα το πρόσωπό σου ηχούσε δίχως μάτια
και γω άφησα να τρέχω σε ψιχάλες.
Μια δυο φορές,
μου φάνηκε πως σου ‘γλειφα τα χέρια,
μισή σκύλος, μισή ερωδιός,
κι η ισορροπία μου
ζήτησε ταπεινά συγγνώμη από τα όνειρα.
Είμαι πιο αληθινή
απ’ τα φτερά μιας πεταλούδας
που στο λαιμό σου ζωντανεύει.
Ανθίζω χειμωνιάτικα σε πέτρινες στιγμές.
Πού να μείνω γυμνή και θάλασσα,
η σιωπή που κέρδισε το χιόνι
έκανε συμπαγή τη λάμψη της,
με τ’ άστρα μισοφωτισμένα.



