[Κουβάλησα από τα μύχια τ’ ουρανού]

Κουβάλησα από τα μύχια
τ’ ουρανού
την αγέννητη βροχή του.
Τη μετέτρεψα στα χέρια μου
σε μικρούς απρόσεκτους
αντικατοπτρισμούς.
Δεν υπάρχει μέσα μου,
υπάρχει,
δε λέει να δύσει
ο ήλιος που μας γέννησε.
Ξεχνάω τ’ ανάγλυφα,
χαϊδεύω σταλαγμίτες στο χώμα.
Γίνονται λουλούδια.
Είμαι.
Ήρεμα.
Ό,τι δεν γνωρίζω ακόμη
είμαι.

Leave a comment