
Μιλούσα σε μια νύχτα
πέρα μακριά.
Ο χρόνος γαλάζιος
και το στόμα μου
έπλαθε νησιά.
Ο ουρανός ψιχάλιζε το φως μου
κι αγγίζονταν από σκοτεινές ανάσες
τα νοτισμένα χώματα.
Γκριζωπά αγρίμια
οσφραίνονταν αγγέλους,
μα στα ρινίσματα του φεγγαριού
θεραπευόνταν τ’ άνθη.
Ένας χώρος που οι απώλειες
δεν θα γκρεμίζουν τους φράχτες των ονείρων,
ψιθύρισα
και στη στιγμή το αιώνιο
με άγγιξε με χάδι.