
Η φρέσκια μου σκέψη
βγαίνει μέσα από θρύμματα.
Αναμετρώ τις κορυφές μου,
βγαίνει άρωμα μέντας,
την ώρα που όλοι πίνουν νύχτα.
Το φεγγαρόφωτο σφυρίζει στον άνεμο
το χλωμό κελάηδημά του.
Αν ξυπνούσε η θάλασσα
και κάναμε λογαριασμό,
θ’ απαριθμούσε τα πουλιά
που χάθηκαν την ώρα του σούρουπου.
Κι όλο το δάσος
θα γινόταν ένα μεγάλο δυνατό δένδρο,
να παίζουν τα όνειρα με αλάτι
στα μαλλιά του.



