[Περπάτα μαζί μου στη βροχή]

        Περπάτα μαζί μου στη βροχή.
        Στάζει την όρασή μου.
        Τριγυρνώ ολάνοιχτη
        με χέρια χρυσά
        και μια ψυχή ανάμεσα
        από επίμονες ανάσες.
        Στις εκτομές μου χύνω
        αίμα γαλάζιο και μπλε,
        μπερδεύεται η θάλασσα,
        μου γυρεύει πίσω τα σπλάχνα της
        κι εγώ βγάζω από πολύτιμους λίθους
        το μεδούλι και τις σκιές
        και της τ’ αλείφω στους χιτώνες.
        Στάζει τα άδυτά μου.
        Νοσταλγώ τις φρέσκες
        κι ολόδροσες πηγές,
        εκείνες που μέσα τους
        ξέπλενα τ’ αστέρια
        και σπόνδυλο-σπόνδυλο έντυνα
        τον θυωρό της μνήμης.
        Στο ρυθμό που αθροίζονται
        οι καύτρες τ’ ουρανού,
        τραγουδώ μια μελωδία.
        Στο άκουσμά της θαρρούν
        πως είναι ήχος λουλουδιών,
        μα μέσα της χιμούνε πεφταστέρια.
        Ακούω τη φωνή μου,
        είναι μικρό ψιχουλάκι στο στραφτάλισμα,
        αγγίζει αστραπές
        και την περιστροφή των πλανητών,
        απλώνεται πέρα από κάθε λίμνη,
        τρίζει τα ρημαγμένα βασίλεια
        κι ανεβοκατεβαίνει στο αυγινό το φως.
        Είμαι ήσυχα.
        Όταν κοπάζω, για δευτερόλεπτα αιώνια,
        όλα είναι λυπημένα ή όλα είναι φωτεινά.
        Μετά, τίποτα δεν αρχινά και δεν τελειώνει.
        Οπλίζεται κάθε άρθρωση των αστεριών
        με το ίδιο κίτρινο που ταξιδεύει στα βλέφαρα.
        Κι απ’ την αρχή, μυρίζω άνεμο.
        Αφήνομαι μαζί, γη κι αιθέρας και νερό
        και κάτι κόκκινο, ν’ ανθίσω στην ενέργεια.

        Σώπα. Μείνε αηδόνι.

        Πέφτουν οι λέξεις,
        πέφτουν τα μάτια,
        μικρές ζωγραφιστές λίμνες
        που απλώνονται στο χιόνι.
        Ο ήλιος ξέχωρος.
        Σώπα.
        Πριν παλιώσει η φωνή μας.
        Πλέκονται στα σπλάχνα μας
        οι ζαφειρένιες οι φωνές
        με τα κοράλλια.
        Λευκόφωτες θάλασσες
        με σταλαγματιές του φεγγαριού,
        άμοιαστες στο σκοτάδι.
        Απ’ Ανατολή κι από Δύση
        το φως ροδόχερο αγκαλιάζει,
        θηλάζει πορφυρές αναλαμπές.
        Αστέρια
        αναπνέουν ζωντανά.
        Σώπα.
        Μείνε αηδόνι.

        [Έρχεσαι, φεύγεις…]

        Έρχεσαι, φεύγεις,
        έννοια αφηρημένη,
        δε προλαβαίνω να μετατρέψω
        την αφή σε συγχορδία.
        Είμαι ζεστή.
        Γύρω απ’ το αφτί σου συγκεντρώνονται
        μικροί ήλιοι, αστράφτουν με τ’ ακτινωτά σπαθιά τους,
        μετατοπίζουν γύρω τους γεράσματα του χρόνου
        και σπασμένα κύματα.
        Μια μαργαρίτα ακουμπώ ανάμεσα.
        Δύσκολος ήλιος, να τον βλέπω ολόισια
        χωρίς συμμετοχή.
        Σήμερα παίζω γιομάτη,
        με αντικρύζουν ολόφωτα παιδικά μάτια.
        Κάτω απ’ τη λάμψη του φεγγαριού
        κινούμαι ασπρόμαυρη, σαν αρνητικό.
        Στο βάθος, δεινός κολυμβητής ένας ορίζοντας,
        βυθίζεται και ξαναβγαίνει.
        Πού αρχίζεις και δε σταματάς γύρω μου,
        τί ν’ αποσπάσω απ’ των εποχών τη δίνη.
        Πατώ απαλά σε πανίσχυρα βήματα.
        Κάθε αντίλαλος κολλάει σα πίσσα.
        Το καθαρό, το λαμπερό
        κι ας είναι σα χειμωνιάτικο φεγγάρι παγωμένο,
        σφηνώνω σ’ ασυλλόγιστη τροχιά.
        Στην εξιλέωση θυμάμαι
        πως είν’ ατέλειωτο.

        [Ορίζουν οι παλιές βελανιδιές…]

        Ορίζουν οι παλιές βελανιδιές
        της γης το μέτρημα.
        Ο χρόνος, αδέσποτος,
        ζυγιάζεται ανάμεσα.
        Στον άνεμο, τη νύχτα,
        το χρώμα του χαλκού ζήτησα
        και να μου ψιθυρίσει ιστορίες.
        Πύρωσε τα δόντια του
        και βρυχήθηκε στο πρόσωπό μου.
        Ξεχώρισα πτυχές στο ίδιο μου το δέρμα
        και χιόνι και παγετό
        και το αίμα άνοιξης ζεστής
        που ξεπηδάει από φλέβες
        σκισμένης βυσσινιάς.
        Στο ασημόφωτο χάσαμε λίγο
        από τους προγόνους.
        Αποδήμησαν
        και πίσω τους, σχεδόν αθόρυβα,
        γεμίσαμε τα μάτια μας
        με ανθισμένα ανθάκια.
        Θρυμματίζεται η μνήμη,
        είναι μεγάλη
        κι αιωρείται με τα μαύρα μάτια της,
        ένας γδαρμένος ουρανός επάνω μας.
        Θα κυλά και θα τινάζεται
        και θα την πλάθουμε
        φτερό και φύλακα
        σε άνυδρα πάρκα,
        σε συννεφιές και σε σκοτάδια.