
Περπάτα μαζί μου στη βροχή.
Στάζει την όρασή μου.
Τριγυρνώ ολάνοιχτη
με χέρια χρυσά
και μια ψυχή ανάμεσα
από επίμονες ανάσες.
Στις εκτομές μου χύνω
αίμα γαλάζιο και μπλε,
μπερδεύεται η θάλασσα,
μου γυρεύει πίσω τα σπλάχνα της
κι εγώ βγάζω από πολύτιμους λίθους
το μεδούλι και τις σκιές
και της τ’ αλείφω στους χιτώνες.
Στάζει τα άδυτά μου.
Νοσταλγώ τις φρέσκες
κι ολόδροσες πηγές,
εκείνες που μέσα τους
ξέπλενα τ’ αστέρια
και σπόνδυλο-σπόνδυλο έντυνα
τον θυωρό της μνήμης.
Στο ρυθμό που αθροίζονται
οι καύτρες τ’ ουρανού,
τραγουδώ μια μελωδία.
Στο άκουσμά της θαρρούν
πως είναι ήχος λουλουδιών,
μα μέσα της χιμούνε πεφταστέρια.
Ακούω τη φωνή μου,
είναι μικρό ψιχουλάκι στο στραφτάλισμα,
αγγίζει αστραπές
και την περιστροφή των πλανητών,
απλώνεται πέρα από κάθε λίμνη,
τρίζει τα ρημαγμένα βασίλεια
κι ανεβοκατεβαίνει στο αυγινό το φως.
Είμαι ήσυχα.
Όταν κοπάζω, για δευτερόλεπτα αιώνια,
όλα είναι λυπημένα ή όλα είναι φωτεινά.
Μετά, τίποτα δεν αρχινά και δεν τελειώνει.
Οπλίζεται κάθε άρθρωση των αστεριών
με το ίδιο κίτρινο που ταξιδεύει στα βλέφαρα.
Κι απ’ την αρχή, μυρίζω άνεμο.
Αφήνομαι μαζί, γη κι αιθέρας και νερό
και κάτι κόκκινο, ν’ ανθίσω στην ενέργεια.


