
Έρχεσαι, φεύγεις,
έννοια αφηρημένη,
δε προλαβαίνω να μετατρέψω
την αφή σε συγχορδία.
Είμαι ζεστή.
Γύρω απ’ το αφτί σου συγκεντρώνονται
μικροί ήλιοι, αστράφτουν με τ’ ακτινωτά σπαθιά τους,
μετατοπίζουν γύρω τους γεράσματα του χρόνου
και σπασμένα κύματα.
Μια μαργαρίτα ακουμπώ ανάμεσα.
Δύσκολος ήλιος, να τον βλέπω ολόισια
χωρίς συμμετοχή.
Σήμερα παίζω γιομάτη,
με αντικρύζουν ολόφωτα παιδικά μάτια.
Κάτω απ’ τη λάμψη του φεγγαριού
κινούμαι ασπρόμαυρη, σαν αρνητικό.
Στο βάθος, δεινός κολυμβητής ένας ορίζοντας,
βυθίζεται και ξαναβγαίνει.
Πού αρχίζεις και δε σταματάς γύρω μου,
τί ν’ αποσπάσω απ’ των εποχών τη δίνη.
Πατώ απαλά σε πανίσχυρα βήματα.
Κάθε αντίλαλος κολλάει σα πίσσα.
Το καθαρό, το λαμπερό
κι ας είναι σα χειμωνιάτικο φεγγάρι παγωμένο,
σφηνώνω σ’ ασυλλόγιστη τροχιά.
Στην εξιλέωση θυμάμαι
πως είν’ ατέλειωτο.