
Ορίζουν οι παλιές βελανιδιές
της γης το μέτρημα.
Ο χρόνος, αδέσποτος,
ζυγιάζεται ανάμεσα.
Στον άνεμο, τη νύχτα,
το χρώμα του χαλκού ζήτησα
και να μου ψιθυρίσει ιστορίες.
Πύρωσε τα δόντια του
και βρυχήθηκε στο πρόσωπό μου.
Ξεχώρισα πτυχές στο ίδιο μου το δέρμα
και χιόνι και παγετό
και το αίμα άνοιξης ζεστής
που ξεπηδάει από φλέβες
σκισμένης βυσσινιάς.
Στο ασημόφωτο χάσαμε λίγο
από τους προγόνους.
Αποδήμησαν
και πίσω τους, σχεδόν αθόρυβα,
γεμίσαμε τα μάτια μας
με ανθισμένα ανθάκια.
Θρυμματίζεται η μνήμη,
είναι μεγάλη
κι αιωρείται με τα μαύρα μάτια της,
ένας γδαρμένος ουρανός επάνω μας.
Θα κυλά και θα τινάζεται
και θα την πλάθουμε
φτερό και φύλακα
σε άνυδρα πάρκα,
σε συννεφιές και σε σκοτάδια.