[Πιο πέρα …]

Πιο πέρα
από τ’ ακρωτηριασμένα
και της νύχτας την ταλάντωση,
άνθιζαν μικρά φωτάκια.
Κι ο κόσμος, αν και μακρινός,
δεν έχανε τις ρίζες του
με τα κρυστάλλινα χνάρια.
Μικρά φεγγάρια
χόρευαν στον ουρανό,
την ένιωθα τη φέξη τους
από την απέραντη πατρίδα.
Ασπίδα προστασίας
των άστρων το τρέμισμα.
Κι αν είναι από σκοτάδι
το μουγκρητό αντιβούισμα,
μη μου μιλάς,
μέχρι να σπείρω απ’ την αρχή
το μυστικό του χρόνου
και τη χρυσή του αστρόσκονη.
Να είναι από αχάτη
οι ψίθυροι και οι σιωπές μας.

[Ο ήλιος αφήνει μια υγρασία…]

Ο ήλιος αφήνει μια υγρασία
στην άκρη των χειλιών,
κριτσανάει το φθινόπωρο
κάτω από μικρά ίχνη σαλιγκαριών
κι όλη η πόλη θαμπή
τραγουδάει για τη λήθη.
Όπως τα νυχτολούλουδα,
κλείνονται οι νύχτες με σιδερένιο στόμα,
σαστίζει ο χώρος στον πρωτοπυρήνα του,
μα δε φέγγουν τ’ αστέρια-εμφυτεύματα.
Καταμεσής θρασύτατο
μοιχεύεται ένα πάλαισμα,
απλώνει τη βροχή του γαϊτανάκι
και πιάνεται ανάλαφρα
από εσπεριδοειδείς πλανήτες,
έτσι που σαν υποτροπιάζει η παραίτηση,
ο θόλος τ’ ουρανού να βουρλίζεται
κι από τα βαθιά του μάτια
ως του σούρουπου τους βουβώνες
και την τεντωμένη αυγή
να ξεφεύγουν πετροχελίδονα πορτοκάλια.

[Μια γλώσσα σκάβει…]

Μια γλώσσα σκάβει
σε ασημένιες κοιλάδες,
βαριά, είναι βαριά
τα πεσμένα αστέρια,
αφήνουν πορφυρένιες τρύπες
κι οι κέδροι
ανοίγουν ανάμεσα τα κλαδιά τους,
να γίνουν θέλουν διάπλατοι αγγέλοι,
μα το θρόισμα του φθινοπώρου
σκορπά τον ανάλαφρο ήχο
του φεγγαρίσιου σαλέματος
και γεμίζουν οι λόφοι
με άλικα και χρυσοπράσινα φύλλα.
Μια τρυφερότητα βυθίζεται
σε σαρκοφάγα μουσική.
Μένει το σιγανό ψιθύρισμα
στους κήπους με τις μηλιές.
Κι οι πέρλες που κυλούν
από τα στόματα των λύκων
μέσα στην αμφιλύκη.

[Τί είναι αφύσικο…]

Τί είναι αφύσικο,
ξυπνώ και βλέπω
σκούρους ανθρώπους.
Πιο πέρα ένα δέντρο
άνθισε ζαλισμένο.
Το άρωμα των διαλόγων
γεμίζει τον ήλιο,
εκείνος ξαφνιάζεται,
δεν προσμένει απόλαυση.
Τρία γαλάζια φεγγάρια πιο κάτω
το δειλινό θα βυθίζεται στο χιόνι
Κι εμείς διψασμένοι
θα βουτάμε με το αλάτι μας
να λαθέψουμε
της γης την έριδα.

[Σε κάθε εναντίωση…]

Σε κάθε εναντίωση
επικυρώνεται ενέδρα.
Άλλα χρώματα θαρρώ
έτρεμαν μέσα μου.
Ησύχασε.
Θα σπάσει και θα βγει.
Το φως μέσα στη νύχτα.
Και τα μάτια, οι δαίμονες,
τα τριαντάφυλλα
και τα παράπονα
στις άκρες των σιωπών
θα στολιστούν.
Μικρές ψιχάλες φθείρονται
πηγαίνοντας προς τον ήλιο.
Το χέρι μου όλο κρατά
ένα όμορφο όνειρο.
Μέχρι να φυτευτώ
σα δέντρο, με ολόχρυσες ρίζες,
οι αγιογραφίες μου θα επιστρέφουν
πάνω από αραχνοΰφαντα χτίσματα.