Δέηση

Κι όταν η μέρα τελειώνει
και κάθομαι απέναντί σου στη σιωπή,
κρυφακούς τους φόβους μου;
Τα μάτια μου ζητούσαν το φως του πρωινού,
στο πρόσωπό σου γλυκιά ανατολή.
Και μίκραινε, μίκραινε η θλίψη μου,
έπεφτε σαν τον καρπό στο χώμα,
ύστερα βλάσταινε στοργή
που θέριευε σε εκτάσεις,
ένα τεράστιο ψηφιδωτό απόλυτης ομορφιάς,
και γω αιωρούμενη και διάφανη
μπορούσα πιο βαθιά να σε πλησιάζω.
Ακούς του κόσμου το κομμάτιασμα;
Είναι σημεία των καιρών που φωσφορίζουν
κι είναι κλειδώματα βαριά και θορυβώδη
που στοιβάζονται στην καταχνιά
και σε σφαγή μετέχουν.
Να διατυπώνουμε μ’ ενάργεια
τ’ αστροτρίμματα,
δρασκελίζω από τη μια άκρη ως την άλλη
τις πολιτείες των νερών
και είναι γαλάζιες, τα βλέφαρά τους
τρεμοπαίζουν στον ήλιο και πάνω τους ακουμπούνε τα πουλιά
και είναι πράσινες, πλαταγίζουν ήχους ευτυχίας
που μυρίζουν σα δέντρα λεμονιές,
οι σπασμοί απλώνονται πέρα απ’ τους ίσκιους
κι οι μνημονεύσεις αφήνουν άνθη στα κοιμητήρια.
Είναι κάτι σταγόνες μας που πέφτουνε στη γη,
ποτίζουν το χώμα με αστρινή θαμπάδα
και γνέθουμε στον κόρφο μας το κιτρινόμαυρο μετάξι.
Βαδίζουμε περικυκλωμένοι από άστρα και φωτιά.
Ν’ αγκαλιάζουμε, ν’ αγκαλιάζουμε γερά
κι ας είναι χέρια στεναγμών, ούτε μετρήσαμε το αλάτι.
Στα μεσοδιαστήματα
να τραγουδάμε για ένα κοριτσάκι.

Leave a comment