
Μια γλώσσα σκάβει
σε ασημένιες κοιλάδες,
βαριά, είναι βαριά
τα πεσμένα αστέρια,
αφήνουν πορφυρένιες τρύπες
κι οι κέδροι
ανοίγουν ανάμεσα τα κλαδιά τους,
να γίνουν θέλουν διάπλατοι αγγέλοι,
μα το θρόισμα του φθινοπώρου
σκορπά τον ανάλαφρο ήχο
του φεγγαρίσιου σαλέματος
και γεμίζουν οι λόφοι
με άλικα και χρυσοπράσινα φύλλα.
Μια τρυφερότητα βυθίζεται
σε σαρκοφάγα μουσική.
Μένει το σιγανό ψιθύρισμα
στους κήπους με τις μηλιές.
Κι οι πέρλες που κυλούν
από τα στόματα των λύκων
μέσα στην αμφιλύκη.