
Κατέβα μαζί μου στον κήπο
να μυρίσουμε τις λεμονιές,
λίγο ακόμα και θα πάρει
την ευωδιά τους το φεγγάρι.
Υπνωμένη εγκαταλείπω
τους φράχτες μου, στις παλάμες μου
κίτρινο γλυκό που απλώνει,
όσο μελανές κι αν είναι οι φυλλωσιές,
η αμηχανία μπροστά στην ομορφιά
με μεταλλάζει,
γίνομαι το στάρι και ο θεριστής,
κραυγάζουν τα γδαρσίματα μικρές φραστικές φουσκονεριές,
ανοίγω στις φλέβες των ροδιών,
χωρίς ασέβεια σκορπούν στα βελουδόδεντρα
διάπυρα αναθήματα,
το μουσκεμένο τ’ ουρανού μού τα γυρνάει στο στόμα,
μια γεύση ισόποση με τ’ άχρωμα του Βερλαίν
και του Ρεμπώ τα αφανέρωτα,
η νύχτα στραγγίζει μέσα στα πόδια της
τα σάβανα των τρελών,
ασβεστώνονται κατάσαρκα τα όνειρα και οι μνήμες,
σε κάθε κούρνιασμα ανάγκη για άνεμο είχα,
στο κάθε κροτάλισμα ολόκληρη η αρχοντιά των αστεριών
απόσβηνε τη μορφή μου,
ενσαρκώνουμε τον ορίζοντα μοναχά, ψιθυρίζω δίχως ντροπή,
χαμογελάς και κυματίζει το νερό,
η θάλασσά μου ασήμι, φως και στάχτη,
ακούνε οι τυφλοί με προσοχή το κέρωμα.



