[Κατέβα μαζί μου στον κήπο…]

Κατέβα μαζί μου στον κήπο
να μυρίσουμε τις λεμονιές,
λίγο ακόμα και θα πάρει
την ευωδιά τους το φεγγάρι.
Υπνωμένη εγκαταλείπω
τους φράχτες μου, στις παλάμες μου
κίτρινο γλυκό που απλώνει,
όσο μελανές κι αν είναι οι φυλλωσιές,
η αμηχανία μπροστά στην ομορφιά
με μεταλλάζει,
γίνομαι το στάρι και ο θεριστής,
κραυγάζουν τα γδαρσίματα μικρές φραστικές φουσκονεριές,
ανοίγω στις φλέβες των ροδιών,
χωρίς ασέβεια σκορπούν στα βελουδόδεντρα
διάπυρα αναθήματα,
το μουσκεμένο τ’ ουρανού μού τα γυρνάει στο στόμα,
μια γεύση ισόποση με τ’ άχρωμα του Βερλαίν
και του Ρεμπώ τα αφανέρωτα,
η νύχτα στραγγίζει μέσα στα πόδια της
τα σάβανα των τρελών,
ασβεστώνονται κατάσαρκα τα όνειρα και οι μνήμες,
σε κάθε κούρνιασμα ανάγκη για άνεμο είχα,
στο κάθε κροτάλισμα ολόκληρη η αρχοντιά των αστεριών
απόσβηνε τη μορφή μου,
ενσαρκώνουμε τον ορίζοντα μοναχά, ψιθυρίζω δίχως ντροπή,
χαμογελάς και κυματίζει το νερό,
η θάλασσά μου ασήμι, φως και στάχτη,
ακούνε οι τυφλοί με προσοχή το κέρωμα.

[Γλυκιά ροδιά…]

Γλυκιά ροδιά τραβάει το βλέμμα μου,
βγαίνει με κόκκινη κοιλιά
μέσα απ’ τις ρίζες των αγγέλων,
ανάβει στόμα θηλυκό
στους ίσκιους τους σφιχτοπερίπλεκτους
και στα σκιερά τα κυπαρίσσια.

Σφυρίζει ο άνεμος,
ροδίζει το άπειρο σαν να πασπάλιζες κανέλα,
την κίνηση της βλέπουν οι άκαρποι θεοί
και σφίγγουν στο στήθος τους γερά
τις φλέβες του χιονιού,
ωσότου η παγωνιά το χρώμα της να πάρει.

Γλυκιά ροδιά τραβάει το βλέμμα μου,
τολμά, ξανοίγεται μ’ αιθέρια μελωδία,
και νευρικά τα δέντρα γύρω της προσμένουνε το χρόνο.
Τα κόκκαλα μηνούν βαθιά
πως η αύρα της ερωτοχτυπά το θάνατο
και σαν άνοιξη κρυφά τον συνεπαίρνει.

Κι η σάρκα της η αιματινή δεν υποτάσσεται,
καταμεσής ολόγιομη κρεμιέται και χορεύει.

[Ήχοι στον αέρα…]

Ήχοι στον αέρα,
σαν μικρές πεταλούδες
μακραίνουν των κήπων τις γραμμές.
Σγουραίνει ο ουρανός
κι ανάμεσα αμολυμένα άστρα.
Μικρά πλασματάκια οι σκέψεις,
χορτάτα δυνατότητες
καταπίνονται σ’ ένα στόμα
που από κάτω στάζει θάλασσα,
από πάνω τρώει τα πιόνια του σε σκάκι.
Κουτάκια λιώνουν
καθώς γεμίζουν με φεγγαρόζουμο.
Ο χρόνος αναβλύζει σε κατέβασμα.

[Ποιά είναι η αλήθεια…]

Ποιά είναι η αλήθεια
για την τέχνη της σιωπής;
Μοιχεύονται οι εξάρσεις, 
βυθίζονται με όλη την οδύνη τους
στην ορθάνοιχτη θάλασσα.
Μεταφράζω μόνο 
αυτό που στραφταλίζει
στα σκέλια του αρχιπελάγους.
Και το αλάτι φορά στη νύχτα
τη βαρύτητα του νερού.
Η έννοια της αθανασίας
είναι αναλφάβητη,
αφήνει απέξω τα χαμομήλια,
η τελευταία εικόνα των θεών
καταποντίζεται
σαν ξημερώνει κι οι εμπρησμοί
καίνε τα μάτια του ήλιου.
Η μυρωδιά της γης 
είναι σκίνοι και πορτοκάλια, 
λαγόνες στη βροχή
και βαρβαρότητα.

[Τυφλωμένοι διαμελισμοί…]

Τυφλωμένοι διαμελισμοί
και πατρίδες κραδασμών.
Σ’ αυτό που
κατάσπλαχνα τινάζονταν
και ρίχναμε τα μάτια μας
στο χώμα,
έσπασε το φως του φεγγαριού.
Να σκορπίσουμε για μια στιγμή
τις κόκκινες κραυγές,
να ξανατοποθετηθεί ο ουρανός
πάνω απ’ τα μαύρα ρόδια.
Παραπέρα κοιμούνται
στις πόλεις τα παιδιά μας.