Επικύρωση

Σε κάθε αναρρίχηση
η ροή διασύρεται.
Οι κόσμοι μας ονοματίζουν
το λευκό του φεγγαριού
κι ανθίζουν βυθισμένοι
μ’ απόκρυφα άστρα και συμπόνοια.
Ο κόσμος σας από μάχη σε μάχη
με λέπια και δρεπάνια.
Οι κόσμοι μας χτίζονται με των παιδιών
τα γέλια κι ακροπατούν στη θάλασσα
με μάτια χρυσαφένια.
Ο κόσμος σας βαστά άγρια ναυάγια
με παιδικά κορμάκια βυθισμένα.
Οι κόσμοι μας γεμάτοι ζώα και πουλιά,
μας μαθαίνουν σθεναρά την καλοσύνη
κι ανοίγουν διάπλατα τα δέντρα του φωτός.
Ο κόσμος σας κρατήρας σταχτερός,
θανατερά καρφιά και ξεραΐλα.
Οι κόσμοι μας πλημμυρίζουν
τις νύχτες γιασεμιά
και σμίγουν οι ανάσες μας
πάνω σε ηλιαχτίδες.
Ο κόσμος σας ανοίγει πόδια
που αφανίζουν τις καρδιές
και οι βουβώνες του μαζεύουν τη φλεγμονή του σκότους.
Οι κόσμοι μας έχουνε σώμα ζωντανό,
γεμάτο ουλές και τραύματα.
Ο κόσμος σας μια απόλαυση
των πλαστικών των ηδονών.
Οι κόσμοι μας κερνούν στα μάτια λεβεντιά
και φουσκώνουνε τα φορέματα
μπαλόνια στον αιθέρα.
Ο κόσμος σας χειρονομίες
και χλωμή σιωπή και βήματα με φόβο
και φονικά αγιασμένα.
Οι κόσμοι μας χρώμα πορφυρό,
με ανεμώνες, κρίνα της θάλασσας
και κήπους αναρχικούς,
με δειλινά και θάλασσες γεμάτα ροδοσύνη.
Ο κόσμος σας με τρύπες μαύρες,
λασπόσαυροι τα μάτια του
που καταπίνουν τη ζωή.
Στο χρόνο μέσα
η ώρα μας κλεισμένη.
Μέσα στο έρεβος
επικυρώνουμε το πιο μεστό μας φέγγος.

[Ψηλός ο ουρανός και χτίζει άσπρους τοίχους…]

Ψηλός ο ουρανός
και χτίζει άσπρους τοίχους.
Κάπου ηχούσε μια ανθρωπότητα.
Ο κόσμος, χαρά μου,
δεν είναι το είδωλό μου.
Δεν έχω εγκώμια να του ψάλλω.
Μόνο μαζεύω ανάμεσα σ’ ερείπια,
μικρά μυώδη άστρα.
Στη λεηλατημένη ώρα
είναι που θέλω την έναστρη τη ραχοκοκαλιά
γερά ν’ ανθίζει.

[Αποκαμωμένος ο ουρανός…]

Αποκαμωμένος ο ουρανός
απ’ τη βροχή,
άνεμος παγωμένος.
Ο ήλιος έχει χώσει
τα ροδαλά ποδάρια του
πίσω απ’ τους λόφους
και μια Σελήνη κρύφτηκε
στα σύννεφα των κεραυνών.
Ποιός κάνει ήχους περίεργους;
Ακατέργαστα ξέφωτα
κι οι γρίλιες δεν είναι ουλές.
Λάτρεψα τη φωτοχυσία της σιωπής
κι ας μην άκουσα αστέρια
να μου φωνάζουν πέσε ή ανέβα.
Εφαπτόμενη με τη φωνή που λαμπυρίζει
τραγουδώ ανάμεσα από έναστρα σκοτάδια.
Κινούμαι
ακίνητη.
Μικρά γαλάζια ηλιοτρόπια
στρέφονται προς τη θάλασσα.

[Γύρω γύρω η θάλασσα…]

Γύρω γύρω η θάλασσα
και στη μέση κήπος.
Πλατσουρίζω στην κοιλιά της,
άνοιξε τα μεγάλα σου μάτια,
στο γαλατένιο νησί, το γεμάτο δέντρα,
σταφύλια και μήλα σκεπάζω τη νύχτα
μ’ αστέρια φυλλώματα,
οι γλώσσες που τρώγαν το νερό
σέρνονται πάνω σ’ ανθούς και πατρίδες,
όλο και λιγότερο κρότο
κάνουν τα σημάδια που βαθαίνουν.
Βασιλεύει πάνω απ’ τους λόφους
σπασμένο φεγγάρι με ευωδιά νυχτολούλουδου,
δε βρέχει ακόμη,
μα τη νιώθεις, αρχίνησε ζωντανή η βροχή
να διαλύει τα ρήματα.
Γυροφέρνω αδιάκοπα
αναμμένες συλλαβές
κι ένας ήλιος ενύπνιος
χύνει τα δάχτυλά του στις πηγές μου.