[Είναι χαρά, είναι θλίψη…]

Είναι χαρά,
είναι θλίψη,
μεταβάλλεται,
η βροχή θα κυλήσει
γύρω από κόκκινα ζώα,
μα τα μάτια αστράφτουν
όταν νυχτώνει.
Το φώς
τα σύννεφα
τα ελάφια
η ανάσα που γλιστρά απαλά
ανάμεσα σε κρατς κρατς χάλκινα φύλλα.
Απλά πράγματα.
Το ντροπαλό φεγγάρι
βαστάει ολόκληρο ουρανό.
Τί χρώμα παίρνουμε
ανάμεσα στα έλατα;
Ένα κελάρυσμα στο ποτήρι μου
μπαίνει πίσω απ’ το στόμα.
Μετά σιωπή,
διάφανη,
πορφυρή,
διάφανη.
Όταν είμαι τόσο ασάλευτη
τ’ αγρίμια ροδίζουν,
η μελαγχολία χρυσοσκοτεινιάζει
κι ο αέρας μυρίζει τριαντάφυλλα.
Κοιμάται ο κήπος,
αντηχούν απόψε
τα πιο μικρά, ήρεμα άνθη.

[Όλες οι ώρες μέσα μου…]

Όλες οι ώρες μέσα μου
θρόισμα από μετάξι.
Κάποιος καιρός απέξω
σκληρά μας αρματώνει.
Γαλάζιες σκιές ποδάρωσαν
τα πόδια των τρελών
σα γυάλισαν τα μάτια
στη μουσική βροχή.
Σπαθίζεται το στήθος
μ’ ατσάλι παγωμένο,
κι οι χτύποι αναθυμίζουν
στη φεγγοβόλα χαραυγή
άνοιξη και μαράζι.

[Κάτω από των ποταμιών τη λάσπη και τις πέτρες…]

Κάτω από των ποταμιών
τη λάσπη και τις πέτρες,
υπάρχουν κίτρινα μικρά σημάδια,
από τους διάττοντες που αρχηγεύαν
στη λάμψη και στην πτώση.
Αγγιγμένα στις σχισμές των βυθών
βλασταίνουνε κρυφά,
αρπάζουν τον κόσμο
απ’ τα μαλλιά όταν γελάει
και γεννιούνται απ’ την αρχή ψηλά,
στο βόρειο παγωμένο φως.
Στο κενό τους πίσω
αφήνουν ζάχαρη τριμμένη
και φύλλα από γυαλί,
για να προβάλλονται ουράνια τόξα.
Μια νύχτα την ανάσα τους κρατήσαν
απ’ το φέγγος, οι άνεμοι που ‘χουν τις παλάμες τους
στη γη και το στήθος στα ουράνια.
Ξεχύθηκαν στις άκριες τους
οι ψίθυροι με την κεχριμπαρένια γλώσσα,
άλλο δεν ήταν πιο βαθύ
για να χαϊδέψει τα μαλλιά τους,
για να τους πλέξει ελευθερία.
Και σαν ανθούς εσπεριδοειδών,
μύρισε η νύχτα η αστερόεσσα.