[Δεν τα θυμάμαι…]

Δεν τα θυμάμαι,
τα δίπλωνα τα φτερά μου,
υπήρχαν γύρω κρίνοι;
Σκονίστηκε ακόμη και το φεγγάρι
με τους παραλογισμούς στους δρόμους.
Σηκώνομαι και περπατώ
με τον ύπνο στις φλέβες,
πότε πήγε πάλι νύχτα.
Τα βορινά άστρα
χαϊδεύουν τα μαλλιά μας,
γυρεύουν ν’ αγκαλιαστούν
πριν μεταγγίσουν τη δροσιά τους
σε χειμωνιάτικα θραύσματα.
Με τους αγγέλους και τους άστεγους
θα τρίβω τις προσευχές μου,
γράφοντας αντανακλάσεις
των ελάχιστων πραγμάτων
που ζαχαρώνουν τα βήματά μας.
Ηχηρά που ξυπνούν
οι όψεις κι οι πληγές
στους πορφυρογάλανους
και τους ονειροπαρμένους.
Κι όλο πετώ, χωρίς βιασύνη.

Leave a comment