
Κάτω από των ποταμιών
τη λάσπη και τις πέτρες,
υπάρχουν κίτρινα μικρά σημάδια,
από τους διάττοντες που αρχηγεύαν
στη λάμψη και στην πτώση.
Αγγιγμένα στις σχισμές των βυθών
βλασταίνουνε κρυφά,
αρπάζουν τον κόσμο
απ’ τα μαλλιά όταν γελάει
και γεννιούνται απ’ την αρχή ψηλά,
στο βόρειο παγωμένο φως.
Στο κενό τους πίσω
αφήνουν ζάχαρη τριμμένη
και φύλλα από γυαλί,
για να προβάλλονται ουράνια τόξα.
Μια νύχτα την ανάσα τους κρατήσαν
απ’ το φέγγος, οι άνεμοι που ‘χουν τις παλάμες τους
στη γη και το στήθος στα ουράνια.
Ξεχύθηκαν στις άκριες τους
οι ψίθυροι με την κεχριμπαρένια γλώσσα,
άλλο δεν ήταν πιο βαθύ
για να χαϊδέψει τα μαλλιά τους,
για να τους πλέξει ελευθερία.
Και σαν ανθούς εσπεριδοειδών,
μύρισε η νύχτα η αστερόεσσα.