
Γύρω γύρω η θάλασσα
και στη μέση κήπος.
Πλατσουρίζω στην κοιλιά της,
άνοιξε τα μεγάλα σου μάτια,
στο γαλατένιο νησί, το γεμάτο δέντρα,
σταφύλια και μήλα σκεπάζω τη νύχτα
μ’ αστέρια φυλλώματα,
οι γλώσσες που τρώγαν το νερό
σέρνονται πάνω σ’ ανθούς και πατρίδες,
όλο και λιγότερο κρότο
κάνουν τα σημάδια που βαθαίνουν.
Βασιλεύει πάνω απ’ τους λόφους
σπασμένο φεγγάρι με ευωδιά νυχτολούλουδου,
δε βρέχει ακόμη,
μα τη νιώθεις, αρχίνησε ζωντανή η βροχή
να διαλύει τα ρήματα.
Γυροφέρνω αδιάκοπα
αναμμένες συλλαβές
κι ένας ήλιος ενύπνιος
χύνει τα δάχτυλά του στις πηγές μου.