[Δύναμη εγκλεισμός…]

Δύναμη
εγκλεισμός
ερέθισμα
προνόμιο
σημάδια
ιβίσκος
δύση
ανεμώνη

ένα άστρο έγινε κομμάτι μου
ανεβοκατεβαίνει αζωγράφιστο στο στήθος μου

πόλη χαρούμενη
μπλε θάλασσα
τρυφερή ομορφιά
λύπη ακατέργαστη

άνοστη πατρίδα
χωρίς νότες στις άκριες των δαχτύλων μου.

[Ανεβαίνω ψαλιδίζω…]

Ανεβαίνω
ψαλιδίζω
και κόβω σε λωρίδες
τη μακριά δαντελωτή κρούστα
της τριανταφυλλένιας τρέλας,
με κυματισμούς φράουλας
και σοκολάτας ανάμεσα,
σα θρύμματα παγωτού
σε αφρισμένη θάλασσα.
Τις σέρνω τα μεσάνυχτα
στο μελανένιο ουρανό
και χιλιάδες έτη φωτός μακριά
οι φλέβες των άστρων
μαζεύουν ζαχαρόχιονο
κι ανάβουν.
Μια τελετή αμνημόνευτη.
Η στοργή διαστέλλεται.

[Δεν τα θυμάμαι…]

Δεν τα θυμάμαι,
τα δίπλωνα τα φτερά μου,
υπήρχαν γύρω κρίνοι;
Σκονίστηκε ακόμη και το φεγγάρι
με τους παραλογισμούς στους δρόμους.
Σηκώνομαι και περπατώ
με τον ύπνο στις φλέβες,
πότε πήγε πάλι νύχτα.
Τα βορινά άστρα
χαϊδεύουν τα μαλλιά μας,
γυρεύουν ν’ αγκαλιαστούν
πριν μεταγγίσουν τη δροσιά τους
σε χειμωνιάτικα θραύσματα.
Με τους αγγέλους και τους άστεγους
θα τρίβω τις προσευχές μου,
γράφοντας αντανακλάσεις
των ελάχιστων πραγμάτων
που ζαχαρώνουν τα βήματά μας.
Ηχηρά που ξυπνούν
οι όψεις κι οι πληγές
στους πορφυρογάλανους
και τους ονειροπαρμένους.
Κι όλο πετώ, χωρίς βιασύνη.

[Δεν είναι γνώριμη…]

Δεν είναι γνώριμη
η ατμόσφαιρα έξω.
Βουτώ τα δάχτυλα μου
στο δωμάτιο,
πασαλείβονται με βροχή,
πολύχρωμη βροχή, χωρίς διάθεση φυγής,
χαμένα υγρά αστέρια,
πέταλα από λουλούδια που αγάπησα,
την ώρα που έδυε με πάθος ο ήλιος,
και ταριχευμένο χρόνο.
Δεν μας δίνεται καμβάς
γύρω από μπότες λασπωμένες,
πάνω μου ολοκάθαρα
θα σκουπίσω τους τριγμούς.
Το δέρμα μου πήρε πάλι
να γίνεται γαλάζιο
κι αυτή η επανάσταση τα ξημερώματα
ρούφηξε την ησυχία των αιώνων
προτού να γεννηθεί.