Το χρώμα των βράχων

Το χρώμα των βράχων
καστανό ανοιχτό.
Γυρνούν οι γλώσσες της θάλασσας
ανάμεσα,
βαθιές ασκήσεις ορθοφωνίας
καταλήγουν
σε υπόκωφο πλατάγισμα.
Σαν σε όνειρο μέσα εκεί
ριγούν μ’ ευλύγιστη χαρά
πεταλίδες, αχινοί, μικρά ψαράκια
και διαφανές γαρίδες.
Στις οριζόντιες σχισμές της πέτρας
πονηρά ζευγάρια από ματάκια
παραμονεύουν με δαγκάνες,
μικροί φοβόμασταν το δάγκωμα
των καβουριών, φαντάσου!
Η ακοή έχει το τίμημα
της ασήμαντης ώρας.
Ανήκω στην ξυπνητή σκιώδη αφή
μιας κίνησης,
ανάμεσα από δέντρα, κλαδιά, φυτά
κι ανέπαφη ομορφιά.
Κάπου πολύχρωμα,
σαν έννοια της στιγμής,
αποζητώ αυτό το άνθισμα
του υδάτινου τίποτα.
Και τη μετάφραση
μιας ομιλίας άγνωστης ακόμη.

Όταν οι ήχοι κοπάζουν

Όταν οι ήχοι κοπάζουν,
γυρεύω κάτι που να μην κρύβεται,
κάτι που να’ ναι αληθινό,
για να κρεμάσω το ουράνιο φορτίο.
Όταν οι ήχοι κοπάζουν,
είμαι έτοιμη να φυτευτώ στα σύννεφα,
το νερό μου να γεμίσει ανατολή
και να μη μοιάζω με τίποτα τριγύρω.
Χωρίς όρια να περισσεύω
απ’ όπου ακούμπησα.

Ο ερωδιός με το χορτάρι

– Τί χορεύει στα τζάμια;
– Η βροχή, μαθαίνουν μελωδίες οι σταγόνες και σφίγγοντας το στήθος τους την ώρα που ορμούν, τραγουδούν στις επιφάνειες.
– Πότε θα μάθω να χορεύω σαν βροχή;
– Όποτε βγάζεις το γλυκό το πρόσωπό σου. Ο άνεμος θα σταματά και οι δρόμοι θ’ αφουγκράζονται τους ήχους των νερών σου.
– Και δεν θα κρυώνω;
– Και δεν θα κρυώνεις. Όπως δεν κρυώνουν οι σταλαγματιές, που μεταφέρουν μέσα τους αυτά που δεν τελειώνουν.
– Δεν θέλω να τελειώσεις. Θέλω για πάντα σαν σύννεφο να με φιλάς.
– Δεν τελειώνουν οι μανάδες.
– Τα παιδιά; Τελειώνουν τα παιδιά;
– Ούτε και τα παιδιά τελειώνουν. Κι ας χώνονται στα πιο στενά δρομάκια.
– Άμα τύχει και σφηνώσω θα με βρεις;
– Άμα τύχει και σφηνώσεις θα πρέπει να σε βρεις εσύ.
– Κι άμα φοβάμαι;
– Θ’ ανοίγεις τα φύλλα των λουλουδιών και θα τα ρωτάς για τα παιχνίδια τους στ’ αστέρια. Κι αυτά θα κρέμονται έγχρωμα και θα μιλούν για τ’ αγκάθια που χάνουνε κει πάνω.
– Και δεν πληγιάζονται τ’ αστέρια;
– Πως, πως, μυριάδες άστρα είναι πληγωμένα. Έχουν στη σάρκα τους των λουλουδιών τ’ αγκάθια.
– Κρίμα!
– Κρίμα! Μα έτσι φέγγει πιο πολύ, από τις τρύπες η φωνή τους.
– Κοίτα! Στο κάθε χέρι μου τυλίγω χρυσοποίκιλτη κλωστή, για να βρίσκω μεσ’ στο κρυφτό την άνοιξη, για να μη χάνω τον κόσμο.
– Ο κόσμος πρέπει να παλεύει, μη σε χάσει!
– Κι εσύ; Εσύ, γιατί παλεύεις;
– Εγώ παλεύω για να θυμάσαι την ομορφιά σου στη βροχή.
– Κι οι άγγελοι πώς μας μετρούν σαν κρεμόμαστε τριγύρω;
– Στα σύμβολα μας μετρούν. Στη γη και στα πουλιά. Κι από την κάθε λάμψη μας θαυμάζουν τα τραυλίσματα.
– Ο λαιμός σου δες, στάζει στο φόρεμα απόκρημνο βουνό, βγάζει πηγές και πίσω τους ολοστρόγγυλο έχουν τον ήλιο.
– Απ’ τον λαιμό μου να τρως και να γλωσσίζεις τ’ αγκάλιασμα, σαν θα γεννά απ’ την αρχή τη δύναμή σου. Και σε κάθε φλοίσβο σου που θα μαλάζεις και θα λιώνεις το γκρεμό, θ’ ανεβαίνω και ψηλότερα.
– Τί χορεύει χαμηλά στο δειλινό;
– Ο ερωδιός με το χορτάρι. Απαλά εσύ να τα ευγνωμονείς και να γίνεσαι θάλασσα.
– Απαλά να μ’ αγαπάς, για να γίνομαι θάλασσα.

Kάθε στιγμή γύρω μου

Kάθε στιγμή γύρω μου
ένα μικρό θαύμα συντελείται.
Καμαρώνω κρυφά
τα καινούργια λουλούδια,
τα δέντρα, ένα πουλί,
τη γάτα που τρίβεται στις πλάκες.
Κάθε στιγμή γύρω μου
πλάθομαι από φωτιά, από χώμα και νερό,
ο ουρανός ταγμένος λες
στην κάθε μου ανάσα.
Απλώνω τα χέρια και γέρνω πίσω.
Όλα μπαίνουν αχόρταγα κι ευλαβικά μέσα.
Αν αγκαλιάσεις το σώμα μου,
αυτά πρώτα
θα πρέπει να αγκαλιάσεις.
Κι ο έρωτας δεν είναι σε χρόνους.
Όλες οι ώρες μου
έρωτα τρυφερό, άγριο και μεγαλοπρεπή
περιέχουν.
Ζω στο σκοτάδι και στο φως
με την ανησυχία μήπως
αυτό δεν γίνεται με τον πιο
έντονο, ευγενικό
κι ασύλληπτο τρόπο.