
Διασχίζει τον ποταμό,
θέλει να προλάβει με τόσα κομμάτια,
μην της σκορπίζουν στο έδαφος,
θέλει να προλάβει,
οι ονειροπόλοι πριονίζουν τα ποτάμια
και οργώνουν διαρκώς τα νερά από κάτω,
είναι βουβή η γραμμή των χεριών,
δεν επινοεί το σκαμμένο, μυρίζει χώμα
σ’ ένα κελάρι με πατάτες, λάδι και κρασί,
της άρεσε να χαζεύει το πέταγμα απ’ τις μύγες
και να παίζει με τις ρόδες γύρω από τα κοφίνια,
όταν αποκτήσεις κηλίδες και ζάρες μετά
κοιμήθηκε λένε
και το ουράνιο τόξο κρεμιέται τόσο επιδέξια
στο τελείωμα της ξαφνικής βροχής,
ανοίγει πάντα το στόμα της να γλείψει,
αλλά έχει μαζέψει στα δόντια της αίμα, στεφάνια
και πορφύρα και η επίγευση μετεωρίζεται πιστά στα χείλη
σαν φλούδα μιας νύχτας που τελειώνει,
χιονίζει μέσα στις κάμαρες,
όταν το ‘λιωνε γάλα είχε την όψη ελαφίνας
με ρώγες τριαντάφυλλο,
αυτή η θάλασσα πόσο τη φύσηξε,
άθαφτα ακόμα στο δέρμα της
τα ξύλα τα φλεγόμενα, ταξίδευε πάνω σε σώμα αφρό,
τυφλή συνεχίζει τα βήματα, μην τύχει
και ακούσει το γέλιο εκείνο σαν ήχο τελευταίο.