
Το χρώμα των βράχων
καστανό ανοιχτό.
Γυρνούν οι γλώσσες της θάλασσας
ανάμεσα,
βαθιές ασκήσεις ορθοφωνίας
καταλήγουν
σε υπόκωφο πλατάγισμα.
Σαν σε όνειρο μέσα εκεί
ριγούν μ’ ευλύγιστη χαρά
πεταλίδες, αχινοί, μικρά ψαράκια
και διαφανές γαρίδες.
Στις οριζόντιες σχισμές της πέτρας
πονηρά ζευγάρια από ματάκια
παραμονεύουν με δαγκάνες,
μικροί φοβόμασταν το δάγκωμα
των καβουριών, φαντάσου!
Η ακοή έχει το τίμημα
της ασήμαντης ώρας.
Ανήκω στην ξυπνητή σκιώδη αφή
μιας κίνησης,
ανάμεσα από δέντρα, κλαδιά, φυτά
κι ανέπαφη ομορφιά.
Κάπου πολύχρωμα,
σαν έννοια της στιγμής,
αποζητώ αυτό το άνθισμα
του υδάτινου τίποτα.
Και τη μετάφραση
μιας ομιλίας άγνωστης ακόμη.