[Πάρε να το φυλάξεις ολόκληρο ετούτο το φεγγάρι…]

Πάρε να το φυλάξεις
ολόκληρο
ετούτο το φεγγάρι.
Οι πόλεις γεμίζουν
πετρωμένα πτώματα
από αλλοτινά αγρίμια
κι οι λεύκες
ασημίζουν ακόμη στον άνεμο.
Βουβαίνονται τρυφερά
των τρελών τα μάτια
και στα μάγουλά τους εφάπτονται νερά,
που μέσα τους καθρεφτίζουν
τους υψωμένους σπαραγμούς.
Φεγγαρίσια νύχτα,
μαγνήτης πάνω απ’ το στήθος μας
για φιλντισένιο πέλαγο.
Μαθητευόμενοι
ψιθυρίζουμε γυακίνθινα
γαλαζωπά στα πεύκα.
Αγκάλιασμα πυκνό
που αστράφτει.
.
.
(Picture: from the Field Columbian Museum, ca. 1900)

Μικρό γλυκόλαλο πουλί

Μικρό γλυκόλαλο πουλί,
κανένα τρόμος δεν μπαίνει στο μάτι του,
μόνο ό,τι νιώθει,
μόνο ό,τι είναι.
Τις νύχτες παραμένει μονάχο,
γεννοβολάνε τ’ άστρα θραύσματα
στις συλλαβές του.
Και γω που τις ακούω,
πόσο βαριά η ευθύνη.

Στερνή ελπίδα

Διασχίζει τον ποταμό,
θέλει να προλάβει με τόσα κομμάτια,
μην της σκορπίζουν στο έδαφος,
θέλει να προλάβει,
οι ονειροπόλοι πριονίζουν τα ποτάμια
και οργώνουν διαρκώς τα νερά από κάτω,
είναι βουβή η γραμμή των χεριών,
δεν επινοεί το σκαμμένο, μυρίζει χώμα
σ’ ένα κελάρι με πατάτες, λάδι και κρασί,
της άρεσε να χαζεύει το πέταγμα απ’ τις μύγες
και να παίζει με τις ρόδες γύρω από τα κοφίνια,
όταν αποκτήσεις κηλίδες και ζάρες μετά
κοιμήθηκε λένε
και το ουράνιο τόξο κρεμιέται τόσο επιδέξια
στο τελείωμα της ξαφνικής βροχής,
ανοίγει πάντα το στόμα της να γλείψει,
αλλά έχει μαζέψει στα δόντια της αίμα, στεφάνια
και πορφύρα και η επίγευση μετεωρίζεται πιστά στα χείλη
σαν φλούδα μιας νύχτας που τελειώνει,
χιονίζει μέσα στις κάμαρες,
όταν το ‘λιωνε γάλα είχε την όψη ελαφίνας
με ρώγες τριαντάφυλλο,
αυτή η θάλασσα πόσο τη φύσηξε,
άθαφτα ακόμα στο δέρμα της
τα ξύλα τα φλεγόμενα, ταξίδευε πάνω σε σώμα αφρό,
τυφλή συνεχίζει τα βήματα, μην τύχει
και ακούσει το γέλιο εκείνο σαν ήχο τελευταίο.

Συνεχώς με ροδοκίτρινα χρώματα

Συνεχώς με ροδοκίτρινα χρώματα,
τρομάζω
τρεκλίζω
βλέπω
Κάποιος ψήνει το φεγγάρι
να φουσκώσει,
λαμπυρίζουν γύρω του
άστρα με παγωμένη ανάσα
Αρχίζουν και πέφτουν αμετάκλητα,
μη χαμηλώνεις τα μάτια στην πτώση
Η νύχτα μεσοπέλαγα μονομαχεί,
γεμίζει ευχές και πεφταστέρια.

Αυτή η νύχτα έχει ένα κέλυφος σκληρό

Αυτή η νύχτα έχει ένα κέλυφος σκληρό,
χτυπάει με δύναμη πάνω της
η απογυμνωμένη μου σιωπή,
πεθαίνουν ευλαβικά τα τρομαγμένα τα πουλιά,
τί αντίκρισες, άγγελο ή δαίμονα,
μικρά κομμάτια παπαρούνας
είναι ακόμη τυλιγμένα στο κεφάλι μου,
δεν φαίνονται τα αίματα
στις φλέβες του λαιμού μου, μονολογώ,
μικροί μωβ υάκινθοι
σβήνουν τα μυστικά του προσώπου μου
και ψιθυρίζω παλιές προσευχές
στους σαρκοφάγους εφιάλτες,
αγγίζω το ράμφος τους με δάχτυλα σούρουπο,
μικρή να μαζέψω τους καθρέφτες και τις σάλπιγγες,
νωχελικά πλησιάζουν οι ράχες των κυμάτων,
άγρυπνα τ’ άστρα κόβουνε τα στόματα
και λίγο πριν το ξάνοιγμα της τέλειας μελωδίας
τα χέρια σφίγγονται γροθιά
τον πετρωμένο ουρανό μη σπάσουν.
Αυτή η νύχτα έχει ένα κέλυφος σκληρό,
μα πρέπει να κρατήσω τη σκοτεινιά της
για τ’ αστέρια.