
Ίσως το φως
που διακόπτει το άχαρο,
να σέρνει μαζί του ύμνους
από τη μακρινή κοιλάδα.
Και τρυπιούνται οι ίσκιοι
και μέσα απ’ την καρδιά των φρούτων
περνούν οι φιλντισένιοι φόβοι.
Ολόχρυσα κυματιστά πανιά
διαβαίνουν ελεύθερα τη διάφανη χώρα.

Ίσως το φως
που διακόπτει το άχαρο,
να σέρνει μαζί του ύμνους
από τη μακρινή κοιλάδα.
Και τρυπιούνται οι ίσκιοι
και μέσα απ’ την καρδιά των φρούτων
περνούν οι φιλντισένιοι φόβοι.
Ολόχρυσα κυματιστά πανιά
διαβαίνουν ελεύθερα τη διάφανη χώρα.

Όμορφες νύχτες,
η φωνή παίρνει
το σχήμα αστραπής.
Ορθώνονται μικρά κεφάλια
από χαλκόχρυσα θεριά,
ψυχρή σκιώδη όψη
βγάζει μια γλώσσα αγκαθωτή.
Ψιθυρίζεται φλόγα μαβιά
και γίνεται δρεπάνι.
Υψώνεται με ορμή
αρμονία που σελαγίζει.
Ποιό το αρπακτικό
και ποιό το όνειρο;

Σήμερα άφησα τη μυρωδιά μου
στη θάλασσα.
Η φωνή της ήταν γλυκιά
γεμάτη αγιόκλημα κι αλμύρα,
τα χείλη μου σφραγισμένα
μ’ αυτή αγροικούσε.
Έλιωναν μέσα της ευκάλυπτοι
και δέντρα φουντωμένα,
λικνίζονταν σαν αποχρώσεις
υγρού μολύβδου.
Λουλούδια ο λογισμός μου
τραβούσε απ’ το βυθό,
και τ’ άφηνα τα παγερά
να φεύγουνε με ηδονική θολούρα.
Κι ο ήλιος.
Ο ήλιος μου ‘λεγε “ποτέ δεν θα σβηστώ”.
Και μου φίλαγε τα βλέφαρα
με περισσή συμπόνοια.
Πάνω που πάνω του έγειρα
πλανήθηκε αδυσώπητα
σε κρεμαστή μιλιά
και γέμισε τον ουρανό
τα ροδαλά του μύρα.
Δεν ξέρω αν έβλεπε κανείς
τη θέρμη την κρυφή,
μα το στήθος του με κοίταζε
με τις τρελές του σκέψεις.
Έφεγγε ολόθερμα
γεμάτος λεπτή μελαγχολία.
Σήμερα φίλησα τη μυρωδιά του ήλιου
κι όλη η αφή μου
γέμισε θάλασσα.

Ξεπηδούν μεσημεριάτικα
στην άκρη των νερών
μικρές ενώσεις της φωτιάς.
Η ψυχή με άστρο.
Η ψυχή με τριγμό.
Καθένας στους τόπους
που σκίζει ο άνεμος
τα μικρά μας πρόσωπα
και ξεπηδούν χιλιάδες σπόρια.
Απλώνονται εκεί που τόλμησαν ν’ αγγίξουν
το στόμα της χαράς,
το αίμα του λύκου,
την έκσταση της παντοδύναμης λαχτάρας.
Απ’ τις δαγκάνες των άνυδρων
περισώζω τη μυρωδιά του ευκαλύπτου,
ικέτης πάνω απ’ το κύμα,
το θρόισμα της γλυκόστακτης σιωπής,
το λουλακί που αγιάζει
των ονείρων τα κακοπέρατα.
Κασσίτερος ανάμεσα στο λιωμένο ουρανό.
Μιλώ για αστερίες,
σφυροκοπώ τ’ αγέννητα.
Μόνο τρελοί παίρνουν
το σχήμα του νερού.
Κι ο ήλιος υπέρμετρος.