
Περίεργη νύχτα.
Τρυπώνουν μεσ’ στα κιτάπια μου
επτάστερα λουλούδια.
Στριφογυρίζουν και σκύβω ως τη λάμψη τους,
διαμαντένια, με απλωτές λεπίδες.
Αυτό το βαθύ συναίσθημα,
με αποτύπωμα ακατέργαστο,
ανταμώνει με αγνότητα
με το πετάρισμα μιας πεταλούδας,
με χειμάρρους,
με τα φουσκωμένα κουφάρια των φόβων.
Απ’ τις εσχατιές της γης
ζαχαρώνονται των κήπων οι δυνάμεις.
Ταλαντεύομαι στην απολέμητη σιωπή,
η κάθε παραφωνία χρυσοκέφαλη μπαμπούρα
που αχόρταγα βουίζει στο γκρίζο μου,
πάρτε της το κεφάλι!
Τόσοι δρόμοι, να τους σκίζω
να πετιέται από μέσα μεταξένιο το κυμάτισμα,
θα ταξιδεύουμε, με χαραγμένα τα πλευρά μας
για ν’ ακτινοβολεί η σκοτεινιά μας χωρίς στόλισμα.
Κι όταν κλωνίζεται ο άδειος χώρος,
λιτοί, ανάμεσα σε γαλάζιες θάλασσες
θα σταλάζουμε τις δέσμες του φωτός.
Νύχτα που κυλάει απτόητη
κι ένα φεγγάρι παγιδευμένο στη σκληράδα της
γεμίζει τα μάτια του με τη λευκότητα ενός κύκνου.
Τα όρια του προσώπου του ξασπρίζουν τον ήλιο,
μα σε κάθε μελάνιασμα οι κύκλοι διεγείρονται
και τίποτα ορατό δεν καθορίζει τα φρέσκα άστρα,
το παντοτινό άγγιγμα.
Γεμίζω όλο και περισσότερο
θαμμένη κάτω απ’ τα κύματα.



