
Το νερό,
το ασήμι,
το μυστικό της διέγερσης της γης,
η νηνεμία
κάτω απο βυθισμένα δόντια.
Στις παρυφές του ουρανού
ο χρόνος τελειοποιεί τα χρώματα
κι αμέτρητοι καθαροί ήλιοι
γεμίζουνε τη θάλασσα.
Η νύχτα ανατέλλει με ανασηκωμένα υφάσματα,
τα δάχτυλά μου ψηλαφίζουν την τροχιά
του καταπονημένου φεγγαριού,
ξεχιονίζουν τις μικρές φεγγαρότρυπες
κι αφήνουν να πολλαπλασιαστεί
το άρωμα των λουλουδιών
που μέσα τους κρύβεται η εξέγερση.
Τα μαύρα τρυφερά μάτια
πηγαινοέρχονται,
σαν τους βόμβους των εντόμων.