Δεν ξεχωρίζω τα φύλλα των δέντρων

Δεν ξεχωρίζω τα φύλλα των δέντρων.
Χορτασμένα απ’ τον ήλιο
αφήνουν φαγωμένο το δέρμα τους,
να ξαποστάσουνε τα έντομα.
Το φως κολυμπώντας έγειρε,
το κατάπιε ζωντανό μια απλήρωτη θάλασσα.
Φυσάει αγέρας πάνω στους λόφους,
τί να καλωσορίσω; Αλλάζει πορεία στο ακόνισμα,
δεν προλαβαίνω να συλλαβίσω
τις ανάσες που σκορπίζονται.
Ανάμεσα σε κόκκινες φωτιές
ντύνομαι του φεγγαριού το ξεσκισμένο φύλλωμα.
Σκοτεινιάζει ο ουρανός του ματιού μου.
Κατέβασέ τον από ψηλά,
σκόρπισε τόσο νέφος.
Και τ’ άστρα σβήσε τα για απόψε.
Τρέχει πάνω στο στήθος μου
τυφλή ασπρομάλλα σιωπή.

Leave a comment