
Στης νύχτας το σφιχτό πρόσωπο
χρωματίζω αντιθέσεις.
Θλιμμένος
γλυκός
θλιμμένος
γλυκός
ο ήχος των αστεριών.
Μια αίσθηση ότι πέρασα τη μισή νύχτα
με τις σκληρές τ’ ουρανού ανάσες,
γεμίζει τα χείλη μου
ψιθύρους πορφυρών αφανισμών.
Κάθε προσήλωση
βυθίζει όλο και πιο πολύ
το υγρό νόημα.
Ταξιδεύω σε σπείρες.
Μικρά ενορχηστρωμένα θρυψαλιάσματα
από την στεριά έρχονται,
μα εγώ στις θάλασσες απόψε
απλώνω τα μαλλιά μου.
Ώσπου να γεμίσουν όστρακα και κοχύλια
και να γίνω ένα με την ασημένια αλμύρα.