Φτερωτοί θάμνοι στο χρώμα του αφρού

Φτερωτοί θάμνοι
στο χρώμα του αφρού,
ανασαίνει βοριάς.
Αυτό που μου διαφεύγει
γέρνει στου ήλιου το χάδι, 
με κοιτά με χρυσάφι στα μάτια
και ατσάλι κοφτό στα ρουθούνια.
Θα χαθώ στην πληγή
και θ’ αρχίσω να βάφω τ’ αστέρια
με τη βαθύτερη σκιά
από τούτον τον ήχο.
Χαϊδεύω την άμμο
με υδάτινες φλόγες
και λιόβρεχτη αύρα,
τα δάχτυλα μου απαλά
τον εαυτό μου αγγίζουν.

Ίσως σ’ εκείνο το μικρό αστέρι

Ίσως σ’ εκείνο το μικρό αστέρι
που κατοικούσαν τα μάτια του Θεού
να ζωγραφίζονταν ο κόσμος
ελάχιστα λιγότερο σκληρός,
ελάχιστα λιτός και κουρασμένος.
Μα τονε νιώθω όμορφο,
σαν καλοκαίρι παιδικό
που μου ‘μάθε
στα σπλάχνα να ονειρεύομαι.

Το νερό, το ασήμι

Το νερό,
το ασήμι,
το μυστικό της διέγερσης της γης,
η νηνεμία
κάτω απο βυθισμένα δόντια.
Στις παρυφές του ουρανού
ο χρόνος τελειοποιεί τα χρώματα
κι αμέτρητοι καθαροί ήλιοι
γεμίζουνε τη θάλασσα.
Η νύχτα ανατέλλει με ανασηκωμένα υφάσματα,
τα δάχτυλά μου ψηλαφίζουν την τροχιά
του καταπονημένου φεγγαριού,
ξεχιονίζουν τις μικρές φεγγαρότρυπες
κι αφήνουν να πολλαπλασιαστεί
το άρωμα των λουλουδιών
που μέσα τους κρύβεται η εξέγερση.
Τα μαύρα τρυφερά μάτια
πηγαινοέρχονται,
σαν τους βόμβους των εντόμων.

Και σ’ όλες τις πλευρές μου ένας ήλιος στο αέτωμα

Και σ’ όλες τις πλευρές μου
ένας ήλιος στο αέτωμα.
Γυρνώ και φυτρώνουν λουλούδια από μέλι
κι άσπρη ευωδιά.
Ο λόγος πλατύς, μια πορτοκαλί θάλασσα.
Σε τόση απαρίθμηση να δέσω κι εγώ επάνω
κισσόχορτο με γκρίζο ίσκιο, είναι βαρύ.
Αφήνω λάσκα τους κόμπους.
Οι τόποι ανάμεσα χρυσοί να πετάγονται,
ματζούνια δύναμης.

Κι αυτά τ’ αστέρια

Κι αυτά τ’ αστέρια
που μαζεύονταν στις άκρες
των δαχτύλων μας
και τρέμαμε να τ’ ακουμπήσουμε απαλά
ο ένας στον άλλον,
σχηματίζανε στο νερό
περίεργα σχήματα
κι έβρισκε τόπο το φεγγάρι
να νανουρίσει τη θλίψη του.
Και τα λουλούδια γυρνούσαν τρυφερά,
ν’ αγγίξουν λες κι αυτά
τον ήχο,
τον ήχο της θαλάσσης.