
Φτερωτοί θάμνοι
στο χρώμα του αφρού,
ανασαίνει βοριάς.
Αυτό που μου διαφεύγει
γέρνει στου ήλιου το χάδι,
με κοιτά με χρυσάφι στα μάτια
και ατσάλι κοφτό στα ρουθούνια.
Θα χαθώ στην πληγή
και θ’ αρχίσω να βάφω τ’ αστέρια
με τη βαθύτερη σκιά
από τούτον τον ήχο.
Χαϊδεύω την άμμο
με υδάτινες φλόγες
και λιόβρεχτη αύρα,
τα δάχτυλα μου απαλά
τον εαυτό μου αγγίζουν.



