
Όχι και πολύ εμφανώς,
δυναμώνουν μέσα
κενά μανιάσματα.
Γδέρνουν σαν υπενθύμιση
τις στρώσεις
και μένουν, χαμηλωμένος φωτισμός,
κάτι λεμονανθοί
να τρυφερεύουν το σκοτάδι.
Λεπτές κυρτώσεις των αστεριών
γεμίζουν τα μάτια των φίλων
με ζαχαρένια λάμψη.
Στις τρικυμίες κρύβονται
μεσ’ στα τσιμέντα τ’ ουρανού
μικροί φιλόσοφοι,
ξεμακραίνουν τον κόσμο
απ’ το σάλεμα.
Κάθε τους μονόλογος δένει στις σκιές
λεπτές χρωματιστές κορδέλες,
ανοίγουν τα χέρια τους αυτές,
λωρίδες του αθέατου φωτός,
για να χωθούνε στο νερό.
Κι όσο στάζει κάθε ψίθυρος της θάλασσας
στην αρμονία των δευτερολέπτων,
δεν μιλώ πια δυνατά.



