[Όχι και πολύ εμφανώς…]

Όχι και πολύ εμφανώς,
δυναμώνουν μέσα
κενά μανιάσματα.
Γδέρνουν σαν υπενθύμιση
τις στρώσεις
και μένουν, χαμηλωμένος φωτισμός,
κάτι λεμονανθοί
να τρυφερεύουν το σκοτάδι.
Λεπτές κυρτώσεις των αστεριών
γεμίζουν τα μάτια των φίλων
με ζαχαρένια λάμψη.
Στις τρικυμίες κρύβονται
μεσ’ στα τσιμέντα τ’ ουρανού
μικροί φιλόσοφοι,
ξεμακραίνουν τον κόσμο
απ’ το σάλεμα.
Κάθε τους μονόλογος δένει στις σκιές
λεπτές χρωματιστές κορδέλες,
ανοίγουν τα χέρια τους αυτές,
λωρίδες του αθέατου φωτός,
για να χωθούνε στο νερό.
Κι όσο στάζει κάθε ψίθυρος της θάλασσας
στην αρμονία των δευτερολέπτων,
δεν μιλώ πια δυνατά.

[Ψηλαφίζω αργά τις λεπτές αρτηρίες]

Ψηλαφίζω αργά τις λεπτές αρτηρίες.
Όλες οι φλέβες γεμάτες
μυστικά σκαψίματα.
Τα ουράνια σώματα
κι εγώ
και ο χρόνος.
Ξεκλείδωτη ροή.
Ανάστροφα το χέρι μου
ραμφίζεται στο φεγγάρι.

[Έλα γύρω μου,αποκομμένε γαλαξία…]

Έλα γύρω μου,
αποκομμένε γαλαξία,
τρέχει διάπλατο χρυσάφι
κάτω από το δέρμα μου.
Πού τα κράτησα
και τα πήρα μαζί μου
τα λευκά μαργαριτάρια.
Ο Αποσπερίτης
τύλιγε ζεστά
της Σελήνης το δαίμονα.
Ακουμπώ το χέρι
μια στ’ άστρα
μια στα χείλη,
ό,τι κλείνει
να σβήνει με φως.
Όλα τα σημεία
φτιάχνουν θάλασσα
με των αστερισμών τη γραφή
και οι έννοιες μας
νιώθουν αιώνιες.

[Σήμερα στο ακίνητο παραμερίζανε τα σύννεφα…]

Σήμερα στο ακίνητο
παραμερίζανε τα σύννεφα.
Δυο λέξεις με σταγόνες και θάλασσα,
όλο ξεχνά ο άσπρος κόσμος
πώς να πηδάει φράχτες.
Κοιτάζω το ρυάκι,
καθρεφτίζει μέσα του έναστρο κομμάτι,
πάνω απ΄ τους πρώτους ίσκιους
η καρδιά μου ταξιδεύει.
Τα μισά μου φορέματα έχουνε χρώματα,
τα άλλα μισά στέκουν επίορκα.
Θα φοράω κάθε μέρα κι από ένα,
από αυτά που έχουν επάνω τους
ποίηση, κοράλλια και θάνατο.
Τη σελήνη τη χύνω στο χώμα,
δεν είναι τίποτα,
δεν μπαίνει σε καλούπι.
Τους θησαυρούς τους ντύνω
με δροσιά καλοκαίρι και βάθος σιωπή,
η μαγεία τους να φτερουγίζει
καλύτερα στο ηλιόφως.

[Πάνω στα κόκκινα χρώματα ακουμπά ο σκούρος φλοιός]

Πάνω στα κόκκινα χρώματα
ακουμπά ο σκούρος φλοιός,
ξεπαπουτσώνομαι,
δεν ταιριάζει τίποτα άλλο από γύμνια
στη ροή των απλωμένων δειλινών,
να σε φωνάξω με τ’ όνομά μου
να γυρίσεις να μου φέρεις
ανταύγειες και ψωμί,
μιλάω μέσα από χίλια τρυπήματα,
μα τα μεσάνυχτα
που βυθίζονται τα φρούρια,
φέγγω μέσ’ απ’ το κάθε κενό
με ασημένιο φως.
Εκείνα τα ομιχλώδη,
που καρβουνιάζουν ουρανούς
και διώχνουνε τους γλάρους,
μήπως να πολεμήσουμε.
Πέρα από τους βράχους
χαϊδεύω ό,τι άγγιξε τη γη
με μακαριότητα και ρίγος,
ό,τι υποκλίθηκε στην ίδια την καρδιά της.
Στο κέντρο της
λικνίζεται σεμνή
μια μικρή αγριοτριανταφυλλιά.