
Θα ‘παιρνα όρκο,
πως για λίγο τυλίχτηκε ο ουρανός στη γη
και η σιωπή από τις φυλλωσιές
συλλάβιζε στον αέρα ανατριχίλες.
Απρόβλεπτες ταραχές,
φτιαγμένες με μαύρο και βελούδο
και η Σελήνη φίλαγε
ανάμεσα από τα σύννεφα
όλες τις μπλε μου χώρες.
Το διάδημά της
μου βασάνιζε τους γρίφους.
Τόσο που με δέος κατέθεσα
εναγκάλισμα χρυσό.
Ν’ αντλώ σταλαγμούς
ανθισμένων δροσερών λουλουδιών
γύρω από δάση χωρίς νερά,
εκεί που ό,τι λάμπει έχει μέσα του
απλή ομορφιά, μάτια σπαρμένα μ’ άστρα
και των δαιμόνων την αποδοχή.
Η θάλασσα τρυφερή,
έλιωνε με αλμύρα και ρητίνη
το κάθε καθρέφτισμα.