
Πίσω από τις λεπτομέρειες,
γελώντας, είναι τα μάτια των θεών.
Πίνουν νερό απ’ τις γούρνες
και καρφώνονται στα γερμένα δέντρα
που υποτάσσονται στο αλάβαστρο του σύμπαντος,
εκεί, μετά το δείλι.
Άκουσες τα βήματα της δύναμης
να επιστρέφουν;
Τα μάτια μου ξεχείλιζαν
απ’ τον χορό της ομορφιάς,
αντικαθρέφτισμα που αγνότερα τα κάνει.
Κρίνα λευκά και λίλιουμ και καπένσια,
κούρνιαζε ο ήλιος μέσ’ στο χνούδι τους
και γω σπιρτόζα ψήλωνα
στα κατακόκκινα βελουδένια τριαντάφυλλα
το ύψος τους να φτάσω.
Συνόψιζε τα σμάρια της χαράς
η ανθισμένη ενάργεια
και μια κίτρινη αγριαψιθιά
στην ασπρομάλλα νύχτα έβρεχε ιστορίες,
γέμισε τον ουρανό μ’ απόχαρτα σύννεφα.
Η λύπη περιστρέφεται ήρεμη
στα τσίνορα του φεγγαριού.
Οι διαστάσεις μου πρασινίσαν τους ίσκιους.
Ήχοι γαργαλιστοί αναδεύονται με το πρώτο φύσημα
και μυρίζουν τα ρόδα τη γεμάτη σάρκα τους.
Κεντά το στόμα μου βαρκούλες στα υγρά άστρα.
Λυκόφωτη ιππεύω στους παλμούς τους.
Ο κήπος ανοιχτός μυρίζει πορτοκάλια.