
Σήμερα στο ακίνητο
παραμερίζανε τα σύννεφα.
Δυο λέξεις με σταγόνες και θάλασσα,
όλο ξεχνά ο άσπρος κόσμος
πώς να πηδάει φράχτες.
Κοιτάζω το ρυάκι,
καθρεφτίζει μέσα του έναστρο κομμάτι,
πάνω απ΄ τους πρώτους ίσκιους
η καρδιά μου ταξιδεύει.
Τα μισά μου φορέματα έχουνε χρώματα,
τα άλλα μισά στέκουν επίορκα.
Θα φοράω κάθε μέρα κι από ένα,
από αυτά που έχουν επάνω τους
ποίηση, κοράλλια και θάνατο.
Τη σελήνη τη χύνω στο χώμα,
δεν είναι τίποτα,
δεν μπαίνει σε καλούπι.
Τους θησαυρούς τους ντύνω
με δροσιά καλοκαίρι και βάθος σιωπή,
η μαγεία τους να φτερουγίζει
καλύτερα στο ηλιόφως.