
Πάνω στα κόκκινα χρώματα
ακουμπά ο σκούρος φλοιός,
ξεπαπουτσώνομαι,
δεν ταιριάζει τίποτα άλλο από γύμνια
στη ροή των απλωμένων δειλινών,
να σε φωνάξω με τ’ όνομά μου
να γυρίσεις να μου φέρεις
ανταύγειες και ψωμί,
μιλάω μέσα από χίλια τρυπήματα,
μα τα μεσάνυχτα
που βυθίζονται τα φρούρια,
φέγγω μέσ’ απ’ το κάθε κενό
με ασημένιο φως.
Εκείνα τα ομιχλώδη,
που καρβουνιάζουν ουρανούς
και διώχνουνε τους γλάρους,
μήπως να πολεμήσουμε.
Πέρα από τους βράχους
χαϊδεύω ό,τι άγγιξε τη γη
με μακαριότητα και ρίγος,
ό,τι υποκλίθηκε στην ίδια την καρδιά της.
Στο κέντρο της
λικνίζεται σεμνή
μια μικρή αγριοτριανταφυλλιά.