
Τα χέρια μου είναι πίτες και ζυμάρι,
είναι γλαρόπουλα μικρά,
είναι διακοπτόμενο φως.
Αποτραβιέμαι σαν κύμα,
παιχνιδιάρικοι, φιλντισένιοι φάροι
με ασάλευτη δύναμη
ανάβουν τα μάτια μου,
μια γεύση από χαρούπι
μαλακώνει τον ουρανίσκο,
εύθραυστοι, ώριμοι καρποί
τινάζονται όπου ορθώνονταν πύργοι σκληροί,
κομματάκια που λιώνουν
σαν γλυκό βερίκοκο
και τζάνερο τραγανιστό,
να κόψω μόνη μου τη νύχτα,
να τη ζεστάνω στις άσπρες πέτρες
κι απ’ τους ίσκιους δαντελένιο
να βλαστήσει το φεγγάρι.