
Εδώ επάνω,
πλανιέμαι ιδαλγός τ’ ουρανού.
Γεννοβολούν συνέχεια στεναγμούς
τα σύννεφα
και ύστερα απ’ τις μάχες
γνωρίζω ελαφρά πώς να ξορκίζω
τις ομίχλες με τα μαύρα πρόσωπα.
Ανασαίνω μικρές διαμαντένιες πυρκαγιές,
τεντώνονται ανάμεσα πολύχρωμα και γκρι πουλιά
και δεν πάω περισσότερο μακριά
από ένα χνώτο,
για να εξερευνήσω
το πιο λεπτό παράξενο μετάξι.
Γεύομαι του ήλιου τις ακτίνες
με την γλυκύτητα που υψώνει η καρδιά
για τα μικρά τρυφερά πλάσματα.
Λούζομαι τρελούς απόκρυφους αφρούς,
μια θάλασσα με φεγγαρένια νυχτικιά
με γδέρνει πάντα.
Σε κάθε ξέφωτο μορφάζω.
Αμέτρητες καταγραφές
της ζωντανής μου αντιστροφής.
Αγγίζω τους τόπους μου.



