[Εδώ επάνω,πλανιέμαι ιδαλγός…]

Εδώ επάνω,
πλανιέμαι ιδαλγός τ’ ουρανού.
Γεννοβολούν συνέχεια στεναγμούς
τα σύννεφα
και ύστερα απ’ τις μάχες
γνωρίζω ελαφρά πώς να ξορκίζω
τις ομίχλες με τα μαύρα πρόσωπα.
Ανασαίνω μικρές διαμαντένιες πυρκαγιές,
τεντώνονται ανάμεσα πολύχρωμα και γκρι πουλιά
και δεν πάω περισσότερο μακριά
από ένα χνώτο,
για να εξερευνήσω
το πιο λεπτό παράξενο μετάξι.
Γεύομαι του ήλιου τις ακτίνες
με την γλυκύτητα που υψώνει η καρδιά
για τα μικρά τρυφερά πλάσματα.
Λούζομαι τρελούς απόκρυφους αφρούς,
μια θάλασσα με φεγγαρένια νυχτικιά
με γδέρνει πάντα.
Σε κάθε ξέφωτο μορφάζω.
Αμέτρητες καταγραφές
της ζωντανής μου αντιστροφής.
Αγγίζω τους τόπους μου.

[Στις αύρες του άχρωμου…]

Στις αύρες του άχρωμου.
Πετρώνουν στον αέρα
τα περιγράμματα
της φωτιάς και του χιονιού.
Διστακτικό το δειλινό
σαρώνει το τέλειο.
Ό,τι μείνει ελάχιστα,
μια επεξήγηση θαλασσινή
θα μας βαστάει στα δόντια.
Για να πίνουμε τον κόσμο
σκισμένο,
με τ’ αλάτι του.

[Θα ‘παιρνα όρκο,πως για λίγο…]

Θα ‘παιρνα όρκο,
πως για λίγο τυλίχτηκε ο ουρανός στη γη
και η σιωπή από τις φυλλωσιές
συλλάβιζε στον αέρα ανατριχίλες.
Απρόβλεπτες ταραχές,
φτιαγμένες με μαύρο και βελούδο
και η Σελήνη φίλαγε
ανάμεσα από τα σύννεφα
όλες τις μπλε μου χώρες.
Το διάδημά της
μου βασάνιζε τους γρίφους.
Τόσο που με δέος κατέθεσα
εναγκάλισμα χρυσό.
Ν’ αντλώ σταλαγμούς
ανθισμένων δροσερών λουλουδιών
γύρω από δάση χωρίς νερά,
εκεί που ό,τι λάμπει έχει μέσα του
απλή ομορφιά, μάτια σπαρμένα μ’ άστρα
και των δαιμόνων την αποδοχή.
Η θάλασσα τρυφερή,
έλιωνε με αλμύρα και ρητίνη
το κάθε καθρέφτισμα.

[Μεσοδιαστήματα λουσμένα…]

Μεσοδιαστήματα λουσμένα
κάτω απ’ του ήλιου το αιμάτωμα.
Το νερό,
ο παφλασμός του,
η χωσιά της σκιάς
στα σπλάχνα του κίτρινου.
Με φόντο τα φουστάνια του καλοκαιριού
κουράζομαι να μαντάρω
τις τρύπες των σιωπών.
Στη ραχοκοκκαλιά του σούρουπου
θα μαντέψω τα χρώματα.
Μετά θα τα φορέσω.
Σαν τα παιδιά, που βρίσκουν όλα τα νοήματα
στα κοχύλια και στα πουλιά.

[Πίσω από τις λεπτομέρειες…]

Πίσω από τις λεπτομέρειες,
γελώντας, είναι τα μάτια των θεών.
Πίνουν νερό απ’ τις γούρνες
και καρφώνονται στα γερμένα δέντρα
που υποτάσσονται στο αλάβαστρο του σύμπαντος,
εκεί, μετά το δείλι.
Άκουσες τα βήματα της δύναμης
να επιστρέφουν;
Τα μάτια μου ξεχείλιζαν
απ’ τον χορό της ομορφιάς,
αντικαθρέφτισμα που αγνότερα τα κάνει.
Κρίνα λευκά και λίλιουμ και καπένσια,
κούρνιαζε ο ήλιος μέσ’ στο χνούδι τους
και γω σπιρτόζα ψήλωνα
στα κατακόκκινα βελουδένια τριαντάφυλλα
το ύψος τους να φτάσω.
Συνόψιζε τα σμάρια της χαράς
η ανθισμένη ενάργεια
και μια κίτρινη αγριαψιθιά
στην ασπρομάλλα νύχτα έβρεχε ιστορίες,
γέμισε τον ουρανό μ’ απόχαρτα σύννεφα.
Η λύπη περιστρέφεται ήρεμη
στα τσίνορα του φεγγαριού.
Οι διαστάσεις μου πρασινίσαν τους ίσκιους.
Ήχοι γαργαλιστοί αναδεύονται με το πρώτο φύσημα
και μυρίζουν τα ρόδα τη γεμάτη σάρκα τους.
Κεντά το στόμα μου βαρκούλες στα υγρά άστρα.
Λυκόφωτη ιππεύω στους παλμούς τους.
Ο κήπος ανοιχτός μυρίζει πορτοκάλια.