
Να πω με όλους τους συμβολισμούς
και μετά άσε με,
να γδύσω μια μια τις συλλαβές
κι απαρηγόρητη
να κάτσω να σου γελάσω.
Σε κάθε θανάτωμα
τραβώ τον ουρανό να σβήσει τη λάμπα.
Μονάχα έτσι έμαθα
να ξαναβρίσκω αστέρια.

Να πω με όλους τους συμβολισμούς
και μετά άσε με,
να γδύσω μια μια τις συλλαβές
κι απαρηγόρητη
να κάτσω να σου γελάσω.
Σε κάθε θανάτωμα
τραβώ τον ουρανό να σβήσει τη λάμπα.
Μονάχα έτσι έμαθα
να ξαναβρίσκω αστέρια.

Ήταν εκείνο το άνθισμα
της άνοιξης
που ευεργετούσε
τη βραχνή μέλισσα.
Κι αν σμίγαν οι νότες
με τα πουλιά,
ήξερε η σιωπή ν’ ανοίγεται
και να γιορτάζει.
Το γέλιο νερό
διαπότιζε
το θνητό και το ατέρμονο.
Κι όλη η δύναμη
χωριζόταν στα δύο.

Αυτό το σχήμα,
που φωνάζουν τα σωθικά
και τυλίγονται γύρω τους
τ’ αστέρια
φέρνει δικό του φως.
Καρφώνονται σαν διαμάντια
οι κυματισμοί της φωτιάς
κι ο ήλιος λευτερώνει
το στόμα του.

Αλλόφρονες αποχρώσεις του γαλάζιου
αιωρούνται,
τις μπερδεύουν με σταγόνες,
μα βγαίνουν απ’ τα ρουθούνια
του προγόνου των δασών,
ατρόμητες διασύρονται
σε πελαγίσια ανάσα
κι η δύναμή τους κάνει νεύμα
στα χείλη του νερού,
εκείνο ξεπηδά σε φαγωμένα σχήματα
και τραβιέται μόνο όταν τα δάχτυλά του
σύρουν με πόνο τις κάθετες αισθήσεις.
Στο σημείο που ενώνονται οι δίψες,
κατεβαίνει η πλάση
και τ’ αστέρια χύνονται εκστατικά.
Καινούργια γνώση φεγγίζει
με απρόσμενη ομορφιά.

Είναι κοντά,
ευωδιάζει η σκοτεινή πηγή
με τ’ ασημένια τριαντάφυλλα.
Πέτρες λευκές σαν σάρκα σφιχτού αυγού
αγγίζουν το νερό της.
Τριγύρω υάκινθοι και πέρα μακριά
μεγάλα ηλιοτρόπια με κίτρινους κροτάφους.
Βαδίζω ήσυχα,
ώρα χλωμής μελαγχολίας.
Κάτι ξεχνώ κι όλο γέρνω το κεφάλι,
το φεγγαρόφωτο μ’ αγγίζει απαλά στην πλάτη,
χέρια αόρατων αγγέλων ενώνονται
με το δικό του.
Τ’ άστρα σχηματίζουν κρυστάλλινα σχεδιάσματα.
Η νύχτα γκρεμισμένη, καλεί τα σύννεφα
και τη θάλασσα να την πνίξουν
με τους χυμούς τους.
Τόση άγνοια σε τόση άνοιξη.
Ανθίζω γκριζόμαβη. Αργά.