[Ελαφραίνω σ’ έναν ήλιο κρυφό…]

Ελαφραίνω σ’ έναν ήλιο κρυφό,
πού να πιάσει πόστο ο νους
σε μέρες πολύφωνες, Βαβέλ,
μικρά τάματα τ’ ουρανού
αφήνουν ήχους στοργής,
να βγει έξω, να σκίσει τις πέτρες
και να βγει, αυτή η θειαφισμένη ομίχλη
δεν ταιριάζει στην άνοιξη,
πλουμιστή, γεμάτη ψιθύρους
να τρίβει ένα ροζ προαιώνιο
σε πλημμυρισμένους κορμούς
κι ο κόσμος να γίνεται
σιωπή με λόγο,
λοξοδρομώ, όποτε προστάζω το ασύλληπτο
να στολίζει τ’ αχτένιστα μαλλιά μου
με κοχύλια κίτρινα κομμένα με σουγιά,
κάτω από μεταξωτό κενό
πίνω μια στάλα λιωμένη Ανατολή,
σαστίζω, απ’ άκρη σ΄άκρη
γεμίζω ρόδα στα πλευρά
και στα μαλλιά φούχτες αστέρια
σταλάζουν ένα φως που δεν λέει να χαθεί,
σιγοτρέμει στο νερό
και στ’ αυτιά σπαρταράει ιστορίες,
ξεθυμαίνει το άγριο
κι εσύ χρώμα γαλάζιο
χορεύεις μεσ’ στα κύματα.

Ό,τι μένει

Βαθύς μπλε ουρανός,
με ρουφάει ολόκληρη,
σαγήνη που ανακατεύει
τα μάτια με τ’ αστέρια.
Παιχνίδια με τα σύννεφα
εστιάζουν στα τμήματα των σκιών,
η μέρα βράχηκε,
υποκύπτω στο στόμα
του σκούρου φορτίου
κι ελευθερώνομαι,
τυφλή σε μια θάλασσα
που το χνώτο της μαλακώνει
τα βλέφαρα.
Ανάμεσα στη νύχτα,
φιλοστοργώ τα τριαντάφυλλα.