[Γυμνά κοιτάζω απόψε…]

Γυμνά
κοιτάζω απόψε
των ματιών σου τ’ άστρα,
υδάτινες οι ευχές μου
γλύκαναν την ασημένια θλίψη.
Τα φώτα τ’ ουρανού
κορφολογούνται στους πύργους
των παραμυθιών
και γω αρχίζω να γεμίζω το σακκούλι
με δράκους και αλόγατα και σύννεφα ανθισμένα,
για να σου ψιθυρίζω όταν αργείς να κοιμηθείς.

Νανουρητό

Γυμνά
κοιτάζω απόψε
των ματιών σου τ’ άστρα.
Κι όλες οι ευχές μου
γλύκαναν την ασημένια θλίψη.
Τα φώτα τ’ ουρανού
κορφολογούνται στους πύργους
των παραμυθιών
και γω αρχίζω να γεμίζω το σακκούλι
με δράκους και αλόγατα και χίλιες κρήνες,
να σου ψιθυρίζω όταν αργείς να κοιμηθείς.

Εαρινή ηχώ

Τί ήχοι ακούγονται;
Τί φτάνει σε μας
απ’ τους ψαλμούς των κοραλλιών;
Εκατόχρονοι διαβάτες
που σαλεύουν, μουρμουρίζουν κουλουριασμένοι
σε σπλάχνα χρόνου ταξιδιάρικου,
βαθύτερα μένουν οι άνθρωποι,
ξεφυλλίζεται η μνήμη
σε χάρτινες αγρύπνιες,
ιχνογραφώ στον ουρανίσκο μου
τα μπόσικα περάσματα,
ανασύρονται χρώματα πηχτά,
αφήνουν αποτύπωμα
στις ρυτίδες της θλίψης
και μόνο τότε,
καταδέχεται ο άνεμος
να περιβρέξει την γαλήνη
με ανθισμένο ανοιξιάτικο στρωσίδι
από χλωρές αμυγδαλιές
και σταγόνες της σελήνης,
μυημένες στα αντίπερα μονιάσματα.